Με την προσταγή του Χριστού

«Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» Παράξενη στα αυτιά του παραλύτου η ερώτηση του Χριστού. Αν θέλεις να γίνεις υγιής; Μα, ήθελε και τίποτα άλλο; Τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια ζούσε με αυτή τη λαχτάρα, με αυτή την προσμονή. Και τώρα έπαιρνε σε μια μόνο στιγμή απροσδόκητα, αυτό που περίμενε...

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐτάρασσε τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ».

«Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;»

Παράξενη στα αυτιά του παραλύτου η ερώτηση του Χριστού. Αν θέλεις να γίνεις υγιής; Μα, ήθελε και τίποτα άλλο; Τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια ζούσε με αυτή τη λαχτάρα, με αυτή την προσμονή. Η ελπίδα της θεραπείας τον κρατούσε τόσα χρόνια στο θαυματουργό τόπο της Βηθεσδά καρτερώντας το θαύμα. Όμως ήταν μόνος, ολομόναχος. Δεν είχε κάποιον να τον βοηθήσει. Και τώρα έπαιρνε σε μια μόνο στιγμή απροσδόκητα, αυτό που περίμενε. Σε λίγα δευτερόλεπτα κρίθηκε κάτι μεγάλο.

Υπακοή

Υπάκουσε στην προσταγή που πήρε παραμερίζοντας κάθε επιφύλαξη. Ήταν μια «παράδοξη» εντολή αυτή, το «ἔγειρε, ἆρον τὸν κράββατόν σου». Και θα μπορούσε να σκεφθεί: Εγώ δεν μπορώ να γυρίσω στο κρεβάτι μου και θα το πάρω στον ώμο μου; Τίποτε όμως από αυτά δεν περνάει από το νού του. Η παρουσία του Κυρίου του δημιουργεί τόση εμπιστοσύνη, ώστε πρόθυμα να υπακούσει.

Ας προσέξουμε κι εμείς αυτό το σημείο. Πολλές φορές μερικές εντολές του Κυρίου ηχούν κάπως παράξενα μέσα μας. Το λογικό, η αμαρτωλή καρδιά μας, δυσκολεύονται να τις αποδεχτούν. Παρά τον πρώτο δισταγμό μας, ας φροντίζουμε να τις εκτελούμε. Ο Κύριος θα επιβραβεύσει την προσπάθεια της πίστεώς μας. Ας θυμηθούμε κάποιες εντολές που στο πρώτο άκουσμα ξενίζουν. «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς...» Πως μπορεί να γίνει αυτό, διερωτώμεθα. «Έστω ο λόγος υμών ναί, ναί, ου, ου». Ναί , αλλά... στη σημερινή κοινωνία κάτι τέτοιο είναι δυνατόν; αντιλέγουμε. Ο λόγος του Κυρίου ακούγεται καθαρός, μένει σαφής στο Ευαγγέλιο. Συχνά όμως φαίνεται «παράξενος» στη νοοτροπία μας, ακατόρθωτος και απαράδεκτος για τις δικές μας συνθήκες. Η καρδιά μας γεμάτη επιφυλάξεις. Εδώ όμως θα κριθεί η υπακοή μας στον Χριστό. Αν αρχίσουμε τα «μα» και τα «πως», θα παραμείνουμε παράλυτοι στο κρεβάτι της αντιπάθειας, της ανειλικρίνειας... Αν όμως υπακούσουμε, θα έχουμε και τη θεία βοήθεια.

Αδιαφορία για τα σχόλια του κόσμου

«Σάββατόν ἐστιν», του έλεγαν οι Ιουδαίοι. «Οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββατον». Παρανομείς, κάνεις κάτι που απαγορεύεται από το νόμο. Μα αυτός αδιαφορώντας για τούτες τις φωνές, απαντά σταθερά. «Αυτός που με θεράπευσε μου είπε να το κάνω»! Το ίδιο μπορούμε να απαντάμε και μείς σ' όσους μας προβάλλουν λόγους λογικής, εθίμων, κοινωνικής τάξεως, στις σαφείς εντολές του Κυρίου. Εφ' όσον το είπε Εκείνος στον Οποίο οφείλω την ψυχική μου υγεία και σωτηρία, δεν με ενδιαφέρει τι λένε οι άλλοι.
Μα θα μας πούν ακοινώνητους, όταν δεν συμμορφωνόμαστε στις κοσμικές, στις αμαρτωλές τους νοοτροπίες. Είναι τιμή μας, αν είμαστε «ακοινώνητοι» και «αφελείς» γιατί δεν κάνουμε πράξη της ζωής μας την ασυνειδησία και δεν αφήνουμε το ξύπνημα των πιο χαμηλών ενστίκτων να κυβερνάει τη ζωή μας. Πιθανώς να μας παρακινεί σ' αυτά ο προϊστάμενός μας, ο φίλος, ο συγγενής. Στα αυτιά μας πρέπει να αντηχεί το: «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». Κανόνας στη ζωή μας είναι το θέλημα του Θεού και όχι η αμαρτωλή γνώμη του Α ή του Β. «Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν...» Αυτός που μου χάρισε το παν, Αυτός  με προστάζει. Το τονίζει και ο απόστολος Παύλος:

«Εἰ ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην» (Γαλάτ. α΄ 10).

Πηγή: Περιοδικό ΖΩΗ, τεύχος Μαΐου 2022