Ένας μοναχός σε μέγεθος σπόρου!

Άγιος; Τον 21ο αιώνα;
-Ναι, ναι σου λέω!....

Για τον π. Ευσέβιο μου μίλησε  πριν από χρόνια η φίλη μου Α. που τον γνώρισε στην Σουηδία. Η Α. περνούσε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής της και αποφάσισε να πάει να τον βρει...

Παρά την δύσκολη πρόσβαση σε εκείνη την ερημική περιοχή κατάφερε να φτάσει στο ησυχαστήριο. Ήταν καλοκαίρι και το τοπίο ήταν υπέροχο, γεμάτο έλατα. Ο γέροντας που δεν ήξερε τίποτα για τον ερχομό της, την αποκάλεσε με το όνομά της και την έβαλε να φάει σε ένα τραπέζι που είχε ετοιμάσει εκ των προτέρων. Το γεύμα και το τραπέζι ήταν όλα προετοιμασμένα για δύο άτομα. Στο ησυχαστήριο δεν υπήρχε κανένας άλλος. Η Α. ρώτησε τις απορίες της, έκλαψε, παραπονέθηκε, εξομολογήθηκε και ένιωσε την ψυχή της πραγματικά ανάλαφρη. Ήταν τόσο χαρούμενη και απαλλαγμένη από τα ψυχικά της βάρη που μονολόγησε σχεδόν: «το μόνο επιπλέον  πράγμα που θα ήθελα αυτή τη στιγμή είναι να δω αυτό υπέροχο δάσος χιονισμένο». Σε λίγα  λεπτά άρχισαν να χορεύουν νιφάδες και  ένα απαλό άσπρο σεντόνι σκέπασε τα πάντα μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού!..

Είναι πραγματικά μοναδική η πρόνοια του Θεού... Ακόμη και σήμερα, ανάμεσα σε τόσους πειρασμούς, τόση πονηριά, ανηθικότητα και φιλαυτία δεν μας αφήνει! Στέλνει ανθρώπους-λαμπάδες να σκορπίζουν στεφάνια από το φώς Του χιλιόμετρα μακριά! Επίγειους αγγέλους που τον δοξολογούν ακατάπαυστα και μεσιτεύουν συνεχώς για εμάς, μας καθοδηγούν και μας παραδειγματίζουν με την απλότητα και συνάμα την μεγαλοπρέπεια της ψυχής τους. Μας υπενθυμίζουν πως υπάρχει κάτι ανώτερο, πως σκοπός της ζωής δεν είναι η τρυφηλότητα του σώματος, αλλά η περιποίηση και η καλλιέργεια της ψυχής, η Αγιότητα!

Τέτοιος πνευματικός φάρος ήταν ο π. Ευσέβιος! Ένας άνθρωπος απλός, ξεχωριστός, ταπεινός, με πολλά πνευματικά χαρίσματα, πατερικά βιώματα και θεϊκή φώτιση. Ένας μεγάλος θεολόγος, γνώστης πολλών ξένων γλωσσών, συγγραφέας πολλών θεολογικών και παιδαγωγικών βιβλίων, μεταφραστής ξενόγλωσσων ασκητικών κειμένων  που αφιέρωσε τη ζωή του για τη σωτηρία της ψυχής των συνανθρώπων του. Λόγω της ταπείνωσης και της απλότητάς του, η υπογραφή του ήταν «ιερομ. Ευσέβιος, α., κεγχριαίος μοναχός». Κεγχριαίος σημαίνει αυτός που έχει μέγεθος ή σχήμα κέχρου, δηλαδή μικρού σπόρου.

Τα καθήκοντά του τα εκτελούσε ανελλιπώς με ανεξάντλητη υπομονή και εγκαρτέρηση, παρόλο που η υγεία του ήταν πολύ επιβαρυμένη, αφού υπέφερε από έντονους πόνους στην μέση του για πολλά χρόνια - ήδη από την Σουηδία – και έπασχε από σοβαρό καρδιακό πρόβλημα. Τελευταία, μάλιστα, ασθένησε και από την επάρατη νόσο. Και τα υπέμεινε όλα πάντα με το χαμόγελο, χωρίς ν’ αναφέρεται σ’ αυτά!  Συχνά έλεγε: «Ευχαριστώ το Θεό, που μου έδωσε τις διάφορες ασθένειες να πονώ, για να καταλαβαίνω καλύτερα τους ανθρώπους που πονούν και υποφέρουν».

Ποιος ήταν ο π. Ευσέβιος;

Ο σύγχρονος αυτός Άγιος γεννήθηκε στο χωριό Βλάστη της Πτολεμαΐδας του νομού Κοζάνης στις 01.03.1927, από ευσεβείς γονείς που είχαν τέσσερα παιδιά και το κατά κόσμον όνομά του ήταν Στέργιος Βίττης. Αρίστευσε τόσο κατά την φοίτησή του στο Γυμνάσιο, όσο και στις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή της Αθήνας. Τότε διέμενε στο Φοιτητικό Οικοτροφείο «ο Απόστολος Παύλος» και αποτελούσε δυναμικό μέλος της Χριστιανικής Φοιτητικής Ένωσης. Νεαρός πτυχιούχος θα γίνει μέλος της Αδελφότητας Θεολόγων «η Ζωή» για να αναχωρήσει λίγο αργότερα, το 1960, για σπουδές σε διαφόρους κλάδους της Θεολογικής Επιστήμης και της Φιλολογίας στην Γαλλία, όπου εργάστηκε μαζί με τον αββά Πιερ με πνεύμα πολλής ταπεινοφροσύνης και αυτοθυσίας, την Γερμανία και την Σουηδία. Στην Σουηδία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ενώ στο κελάκι που διέμενε δούλευε και ως μαραγκός. Αν τον καλούσε η ανάγκη, θα μπορούσε να δουλέψει σε αλιευτικό ανοιχτής θάλασσας, σε ρυμουλκό, εκφορτωτής σε λιμάνι ή οδηγός νταλίκας. Βίος δίχως την παραμικρή άνεση. Στις αρχές του 1973 αποσύρθηκε στο ιερό ησυχαστήριο του Αγ. Νικολάου κοντά στην πόλη Rättvik, σε ένα δάσος βόρεια της Στοκχόλμης, το οποίο ίδρυσε ο ίδιος, με σκοπό να αφιερωθεί περισσότερο στην προσευχή,  την  περισυλλογή και την συγγραφή. Όπως γράφτηκε στο ∆ελτίο της Μητροπόλεως Σουηδίας και Πάσης Σκανδιναβίας το 1979, το ησυχαστήριό του αποτελούσε επί σειρά ετών «την ακοίμητον λυχνίαν της Μητροπόλεως Σουηδίας και το ψυχικό θεραπευτήριο των πιστών».

Άσκηση και Ιεραποστολή

Το 1980 ο π. Ευσέβιος, κατόπιν προτροπής του πνευματικού του, επέστρεψε στην Ελλάδα. Εκεί, ασκήτεψε στο άβατο Ησυχαστήριο του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου, Ματρώνης της εν  Κωσταντινουπόλει και του Αγίου Χρυσοστόμου, το οποίο ο ίδιος ίδρυσε, στο βουνό πάνω από το ακριτικό χωριό Φαιά Πέτρα του Σιδηροκάστρου, στον νομό Σερρών. Πραγματοποιούσε εβδομαδιαίες ομιλίες στις πόλεις του Σιδηροκάστρου και της Ηράκλειας και εξομολογούσε τακτικά το πλήθος των πονεμένων ψυχών που συνέρρεε σε αυτόν, τόσο από την χώρα μας όσο και από την Κύπρο και την Ευρώπη. «Εάν ήταν όλοι οι κληρικοί σαν κι αυτόν, όλοι θα πίστευαν. Βοηθούσε όλον τον κόσμο. Όταν του έφερναν πράγματα οι πιστοί, ρωτούσε ποια οικογένεια έxει ανάγκη και τα προσέφερε.  Εγώ τον θεωρώ άγιο.» , λέει ο κ. Γ. Γραμματάκης, κτηνοτρόφος του χωριού Φαιά Πέτρα. Στον τόπο αυτό παρέμεινε για τριάντα περίπου χρόνια μέχρι την οσία τελευτή του, στις 05.11.2009, σε ηλικία 82 ετών, λέγοντας: «Το στομάχι και το πουγγί του μοναχού πρέπει να είναι άδεια. Τα μόνα που κατόρθωσα.». Η εξόδιος ακολουθία του έγινε στον Ι. Ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταυρουπόλεως Θεσσαλονίκης.

Αξιοθαύμαστη είναι και η πληθώρα των επιστολών του στα πνευματικά του παιδιά, καθώς, αγρυπνώντας καθημερινά «νουθετών ένα έκαστον», έγραφε περί τις 2.500 επιστολές τον χρόνο. Στην τελευταία επιστολή του σε κάποιο από αυτά έγραφε: «“Πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς.” Ο αγιασμός, όμως, αυτός δεν γίνεται αυτομάτως και χωρίς να το ξέρουμε, αλλά με συνειδητή και εκ μέρους μας προσπάθεια, ώστε τα μηνύματα αυτά να γίνουν ζωή μας με τη χάρη του Κυρίου μας.»  «Σκοπός της πνευματικής πορείας δεν είναι η προσκόλληση σε πρόσωπα που σήμερα ζουν και αύριο πεθαίνουν ή αχρηστεύονται για ιερό έργο χειραγωγίας ψυχών, αλλά η ένωση όλων μας με τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό, προσευχή όλων μας και στο ζήτημα αυτό είναι η θερμή δέηση: “Κύριε, γνώρισόν μοι ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι”  γνώρισέ μου, Κύριε, το δρόμο που πρέπει να βαδίσω και στο ζήτημα ευρέσεως του Πνευματικού, που χρειάζομαι.» Πάσχα Κυρίου, Θεσσαλονίκη, 19 Απριλίου 2009

Αναμφίβολα, θα πρέπει να παρατεθούν και ορισμένα αποσπάσματα της προσευχής του αγίου αυτού γέροντα, που αγάπησε πάρα πολύ τον Κύριο:

«Γιατί όποιος σε γνωρίζει, Κύριε, σε αγαπάει πιο πολύ από τον εαυτό του, απομακρύνεται από τον εαυτό του και έρχεται σε Σένα, για να νιώθει χαρά κοντά Σου και μέσα σε Σένα.»  «Εσύ είσαι η απόλυτη αλήθεια κι εγώ πέρα για πέρα ματαιότητα, καθώς κάθε φυσικός άνθρωπος που ζει στον κόσμο αυτόν και μόνο γι’ αυτόν. Ω Κύριέ μου, Κύριε! Ω Κύριε της αγάπης μου! Παρ’ όλα αυτά, πόσο θα ήθελα να σε αγαπήσω απόλυτα μόνο για Σένα! Μόνο γιατί είσαι αυτός που είσαι! Μόνο γιατί αξίζεις να Σε αγαπώ ολόψυχα υπέρ εαυτόν, αιωνίως! Πότε ,όμως, Κύριέ μου; Πότε;»

«Σε παρακαλώ δέξου μια ταπεινή προσφορά, Κύριε. Μια προσφορά ενός αναξίου ποιμένος ψυχών, που παρ’ όλη την αθλιότητά του αγαπάει τα πρόβατά Σου, δηλαδή τους αδελφούς του, γιατί κι αυτός πρόβατό σου είναι και τα νιώθει ενωμένα μαζί του σε μία ενότητα “ἐν ἑνὶ πνεύματι καὶ μιᾷ καρδία” και ικετεύει γι’ αυτά.» Ας έχουμε την ευχή του και άσβεστο το παράδειγμά του στο μυαλό μας!

Επιμέλεια: Αναστασία Μπιτσάνη

Πηγή: Παρεμβολή, τεύχος 95 σελ. 34