Η κατάκριση

Πολλοί άνθρωποι και σήμερα είναι κυριευμένοι από το πάθος της κατάκρισης. Κρίνουν «κατ᾿ ὄψιν», εξωτερικά, ό,τι είδαν και ό,τι ακούσαν. Πόσες φορές όμως δεν πέφτουν έξω; Διαβάστε σχετικά με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής της Τυρινής!

«Ἀδελφοί, νῦν ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον ᾽Ιησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας. Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. Ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. Ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει, σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν».

«Μὴ κρινέτω»

Η προτροπή αυτή του αποστόλου Παύλου «μὴ κρινέτω» μας φέρνει στο νού την άλλη παραγγελία του θείου Διδασκάλου, που έλεγε: «Μὴ κρίνετε». Καλό όμως είναι να κάνουμε εξ αρχής μια διευκρίνηση στην έννοια της λέξεως, για να μη θεωρηθεί αυτός ο λόγος προσβλητικός για τον λογικό άνθρωπο. Ας θυμηθούμε λοιπόν τα λόγια παλαιού ερμηνευτή της αγίας Γραφής που γράφει: «Κρίσιν ἐνταῦθα τὴν κατάκρισιν νόησον» (Ζιγαβηνός). Ώστε ο Απόστολος του Θεού μας προτρέπει να αποφεύγουμε την κρίση εκείνη που είναι και άδικη και άσπλαχνη και προέρχεται από εγωισμό. Γι' αυτή την κακολογία λοιπόν κι εμείς σήμερα θα μιλήσουμε, αφού αποτελεί παράβαση του θείου νόμου και είναι μεγάλο κακό.

Πως χύνεται το δηλητήριο

Όπως όλα τα αμαρτήματα, έτσι και το αμάρτημα της κακολογίας αρχίζει από την ώρα που βάζει ο άνθρωπος το κακό στο νού του. Ακόμη και αν είναι αληθινό το σφάλμα του αδελφού μας και αν τα ίδια μας τα μάτια το βεβαίωσαν, αφού δεν λυπηθήκαμε για το αμάρτημά του, δείχνει πόσο κακή είναι η ποιότητα του χαρακτήρα μας. Η αγάπη «πάντα στέγει», λέει ο Παύλος. Όταν όμως λείπει από μέσα μας ο Θεός που είναι αγάπη, τότε αρχίζει το σπερμολόγημα. Μόλις ανοίξει το στόμα ο κακολόγος άνθρωπος, αρχίζει να πέφτει το δηλητήριο σταγόνα, σταγόνα.

«Λένε!... άκουσα!... Τι κρίμα!... Τα μάθατε; κλπ». Έπειτα ο τόνος της φωνής, οι χειρονομίες, το ύψωμα των ώμων ή το ατάραχο μειδίαμα, που συνοδεύουν αυτή την κακολογία, συμπληρώνουν τα υπονοούμενα και χρωματίζουν την λάσπη που εκτοξεύτηκε. Μετά σας ορκίζουν κιόλας να μην πείτε τίποτα. Και όπως σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος: «Με τον τρόπο αυτό φανερώνουν ότι έκαμαν κάτι άξιο κατηγορίας. Γιατί αφού παρακαλείς εκείνον να μην το πεί σε άλλον κανένα, πολύ περισσότερο έπρεπε συ πρωτύτερα να μην του το είχες πει». Εδώ παρατηρούμε ότι το δηλητήριο είναι συνδυασμένο με την κακολογία και η κακολογία είναι συνδυασμένη με την ανανδρία. Ο σπερμολόγος ροκανίζει τις ρίζες του ψηλού δέντρου δειλά-δειλά, αφού αλλιώς δεν μπορεί να το ρίξει κάτω. Βλέπετε κάνει το κακούργημά του με πονηρία και θρασύτητα, με πανουργία και ευτέλεια. Έτσι το αμάρτημα αυτό της κακολογίας, τις περισσότερες φορές δεν το πιάνει ο ποινικός νόμος, δεν μπορείόμως να ξεφύγει τον ηθικό καταλογισμό.

Ο κριτής και ο κατακριτής

Το πρώτο που θα πεί ο Θεός στον άνθρωπο που κατακρίνει είναι: «Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;» Ποιος είσαι συ άνθρωπε, που γίνεσαι επιτιμητής αυστηρός και βλοσυρός δικαστής του ξένου δούλου; Υφαρπάζεις δικαιώματα που ανήκουν στον μόνο Κριτή του κόσμου; Είσαι όμως αρμόδιος για να κάνεις ένα τέτοιο έργο;

Πράγματι, μόνον ο Θεός είναι εκείνος που ερευνά τα βάθη του ανθρώπου και επομένως μπορεί να βγάλει την δίκαιη κρίση. Εμείς οι άνθρωποι κρίνουμε «κατ᾿ ὄψιν», εξωτερικά, ό,τι είδαμε και ό,τι ακούσαμε. Πόσες φορές όμως δεν πέσαμε έξω; Κανείς λοιπόν δεν μας έβαλε κριτές των συνανθρώπων μας. Πολύ περισσότερο επικριτές τους και τιμητές τους. Έργο δικό μας είναι να βοηθήσουμε αυτόν, που δεν βαδίζει τον ίδιο δρόμο, να ανοίξει τα μάτια της ψυχής του και να αντιληφθεί την αλήθεια και το Φως το αληθινό. Δεν έχουμε όμως το δικαίωμα να διαλαλήσουμε την αμαρτωλότητά του. Η κακολογία μας τον κάνει χειρότερο. Το κουτσομπολιό γκρεμίζει τον κακό, τον παρεκτρεπόμενο, τον κάνει χειρότερο. «Εμένα με πήρε πια το ποτάμι» λέει απελπισμένος ο άνθρωπος εκείνος, που διασύρεται. Έτσι σκληρύνεται περισσότερο, επιταχύνεται ο ψυχικός θάνατος του αδελφού «ὑπὲρ οὗ Χριστὸς ἀπέθανε». Αυτό όμως μας δημιουργεί ευθύνη. Επισύρει την οργή του Θεού.

Το αμάρτημα της κατακρίσεως είναι σοβαρότατο. Με τον τρόπο αυτό δείχνουμε ότι στερούμαστε και στοιχειώδους αγάπης απέναντι των αδελφών μας. Η κατάκριση μας αποξενώνει από τον Θεό. Ο άνθρωπος που κακολογεί τους άλλους, που κατακρίνει και είναι δικαστής των πάντων, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα στους συνανθρώπους του. Προκαλεί οικογενειακά δράματα. Κηλιδώνει υπολήψεις, τραυματίζει, πληγώνει ψυχές. Αναστάτωση και εξέγερση δημιουργεί όπου κι αν βρεθεί. Φαρμακώνει την ζωή των αδελφών του.

Πηγή: Περιοδικό ΖΩΗ, τεύχος Μαρτίου 2021