Ο εχθρός της ψυχής μας

Όταν προετοιμάζεσαι για να νικήσεις σε έναν αγώνα, πρέπει να ξέρεις τον αντίπαλο σου. Να ξέρεις πώς θα σου επιτεθεί, ποιά τακτική θα ακολουθήσει εναντίον σου...

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἀπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; Ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. Ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθη τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· ὑπόστρεψε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθεν καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».


«...διαρρήσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους»


Στην ωραία ακρογιαλιά της Γενησαρέτ ήταν κτισμένη η κωμόπολη των Γαδαρηνών. Οι κάτοικοί της ήταν γεωργοί, κτηνοτρόφοι και ψαράδες.

Από όσα μας αναφέρει η περικοπή του Ευαγγελίου, φαίνεται ότι δεν ήταν άνθρωποι του Θεού. Μεταξύ τους υπήρχε και ένας δαιμονισμένος. Είχε κυριευθεί από πολλά δαιμόνια, που πολύ τον βασάνιζαν. Τον έδεναν με αλυσίδες για να είναι ακίνδυνος αλλά τα πονηρά πνεύματα που είχε μέσα του, έκαναν κάτι φοβερό. Του έδιναν σατανική δύναμη στο κορμί, ώστε να σπάζει τις χονδρές αλυσίδες και να τρέχει σε ερημικούς τόπους. Εκεί κατέληγε, φεύγοντας σαν ατίθασο άλογο, σπάζοντας κάθε χαλινάρι. Με μανία ο Διάβολος βασάνιζε μέρα και νύχτα τον αξιολύπητο εκείνο άνθρωπο. Γιατί ο Σατανάς είναι ο μεγάλος εχθρός της ψυχής μας.


Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, που στηρίζεται πάντοτε στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, οι δαίμονες ήταν πρώτα φωτεινοί άγγελοι. Έπεσαν όμως στην υπερηφάνεια. Η επανάστασή τους εναντίον του Θεού είχε σαν αποτέλεσμα, να αποκοπούν από τα αγγελικά τάγματα. Όπως χαρακτηριστικά γράφει στη δευτέρα του επιστολή ο απόστολος Πέτρος «εζοφώθησαν και εταρταρώθησαν» (β´ 4). Δηλαδή ακαριαία έγιναν σκοτεινοί και πονηροί δαίμονες. Το πιο φοβερό ήταν, ότι ο Εωσφόρος και οι άγγελοί του, όταν απέτυχαν στο αλαζονικό τους σχέδιο, δεν ταπεινώθηκαν ούτε μετανόησαν. Έτσι έγιναν αιώνιοι φορείς του κακού «μισόκαλοι και χαιρέκακοι».

Σαν λιοντάρι που βρυχάται, μας τον παρουσιάζει τον Διάβολο η Αγία Γραφή. Γυρίζει εδώ και εκεί και ζητάει θύματα. Ψάχνει ποιόν θα βρεί αφύλαχτο, για να τον παρασύρει στα δίχτυα του και να τον καταπιεί. (Α´ Πετρ. ε´ 8). Αισθάνεται ο «ανθρωποκτόνος» άγρια χαρά, όταν πετύχει τον σκοπό του. Εφευρίσκει χίλιους δυό τρόπους, για να μας πληγώσει. Δημιουργεί πειρασμούς, παρεξηγήσεις και υποψίες στη συνεργασία μας με τους άλλους ανθρώπους. Προκαλεί φιλονικίες μέσα στις οικογένειες, για να μην τρώμε «γλυκό ψωμί». Υποκινεί μίση και αντιπάθειες μεταξύ μας που οδηγούν ακόμη και σε εγκλήματα. Αυτός στην ουσία είναι ο αίτιος των διαφόρων πολέμων, που καταστρέφουν πόλεις και χωριά. Αυτός επίσης απομακρύνει από την Εκκλησία και από την Εξομολόγηση πολλούς Χριστιανούς και τους κάνει να ζούν ανήσυχοι χωρίς ελπίδα.


Αυτός ακόμη ξεγελάει και παρασύρει στη διαφθορά και την ακολασία και πολλούς νέους τους ρίχνει στην κόλαση των ναρκωτικών. Αυτός υποδουλώνει στα πάθη της φιλαργυρίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Μήπως δεν κυριαρχείται από τον δαίμονα ο μέθυσος, ο χαρτοπαίκτης, ο ακόλαστος, ο υπερήφανος και ο αρχομανής; Τη μανία τους «δεν συγκρατεί ούτε σίδηρος, ούτε άλυσις, ούτε πλήθος ανθρώπων, ούτε προτροπή, ούτε νουθεσία, ούτε φόβος, ούτε απειλή, ούτε άλλο τίποτε από τα τοιαύτα», όπως λέει και ο ιερός Χρυσόστομος.
Πως λοιπόν θα γλυτώσουμε από τον φοβερό αυτό εχθρό της ψυχής μας; Πως θα σωθούμε από τα βέλη του πονηρού που με τόση μανία ρίχνει επάνω μας;

Ο αδελφόθεος Ιάκωβος μας παραγγέλει: «Αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται αφ᾿ υμών».


Δηλαδή, αντισταθείτε στο Διάβολο, που σας δελεάζει και σας φλογίζει με τις αμαρτωλές ηδονές του κόσμου και θα φύγει μακρυά από σας νικημένος και εξευτελισμένος. Με γενναίο αγωνιστικό φρόνημα, ας κάνουμε αντίσταση στις επιθέσεις του Διαβόλου. Με θάρρος ας αγωνιζόμαστε «τον αγώνα τον καλόν». Και εάν ακόμη κάθε μέρα πληγωνόμαστε από τα φαρμακερά βέλη του Διαβόλου και έχουμε πτώσεις, ας μην ολιγοψυχούμε. Ας μη ξεχνάμε, πως έχουμε και την πανοπλία του Θεού «προς το δύνασθαι ... στήναι προς τας μεθοδείας του διαβόλου».


Ας φορέσουμε λοιπόν την ζώνη της αλήθειας, τον θώρακα της δικαιοσύνης, τα υποδήματα της ειρήνης, τον θυρεό της πίστεως, την περικεφαλαία του σωτηρίου και την μάχαιρα του Πνεύματος, ας κρατήσουμε γερά «ο εστι ρήμα Θεού... ίνα δυνηθώμεν αντιστήναι εν τη ημέρα τη πονηρά» (Εφεσ. στ´ 11-17).

 

Πηγή: Περιοδικό ΖΩΗ, τεύχος Οκτωβρίου 2020