Μοναξιά: τι τη γεννά; τι τη νικά;

 

«Εχτές µε είχαν οι πίκρες µου λυγίσει και µοναχός σε δάσος καθόµουν σκιερό σκίζοντας την καρδιά µου. Γλυκό για µένα γιατρικό στις λύπες µου είναι πάντα Με την ψυχή στη σιγαλιά να κρυφοκουβεντιάζω… Και µέσα στα γυρίσµατα του νου που κυκλοφέρνει Τέτοιαν άµαχη αντίµαχες είχαν στηµένη σκέψεις: Μόνος ήµουνα, τι θα γίνω, ποιος είµαι δε γνωρίζω… “Υπάρχω” πες µου τι θα πει;»…

Γρηγόριος Θεολόγος Περί ανθρωπίνης φύσεως Μετ.:Ι.Σακαλή

Ακούγοντας κάποιος τη λέξη µοναξιά, τη συσχετίζει µε τα αρνητικά συναισθήµατα που αυτή απορρέει. Πριν ξεκινήσουµε την ανάπτυξη των αιτίων, των συνεπειών και των τρόπων αντιµετώπισης της µοναξιάς θεωρώ σκόπιµο να αναφέρουµε αρχικά τα θετικά στοιχεία αυτού του όρου, αυτής της κατάστασης.

Σε επιστηµονικό επίπεδο υπάρχει ο όρος της ευεργετικής µοναξιάς. Η ευεργετική µοναξιά αναφέρεται στην ικανότητα του ανθρώπου να µη φοβάται να µένει µόνος, να βρει χρόνο για το «ένδον σκάπτε», ώστε να µπορεί να έρθει σε ουσιαστική σχέση µε τον εαυτό του, µε τον άλλο και µε τον Θεό. Ο π. Παΐσιος έλεγε πως «Ο φόβος της µοναξιάς αποτελεί ευκαιρία για αδιάλειπτη προσευχή».

Η µοναξιά πολλές φορές µας «αναγκάζει» να συνοµιλήσουµε µε τον εαυτό µας, να κατανοήσουµε πτυχές του που έχουµε κρυµµένες, να δούµε τις «ανοµίες» µας και να βελτιωθούµε σαν άνθρωποι, ώστε να φωλιάσει στις καρδιές µας το έλεος του Θεού. Λέγεται λοιπόν πως δρα ως ισχυρό φάρµακο που είναι καλό σε µικρές δόσεις, αλλά δηλητηριώδες σε µεγαλύτερες.

Η µοναξιά από µόνη της ως έννοια δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή, ο χαρακτηρισµός που θα της αποδοθεί έγκειται στη χρήση της από τον καθένα µας.

Ας προχωρήσουµε λοιπόν σε αυτό που οι περισσότεροι αντιλαµβάνονται ως µοναξιά.

Η λέξη “µοναξιά” σηµαίνει την κατάσταση της αποµόνωσης, την έλλειψη επικοινωνίας µε άλλους ανθρώπους. Και φυσικά, υπάρχουν πολλά είδη µοναξιάς· µπορεί ένας άνθρωπος να νιώθει µόνος, όταν βρίσκεται σε ένα άδειο δωµάτιο. Μπορεί πάλι να βρίσκεται σε ένα δωµάτιο γεµάτο από κόσµο και πάλι να νιώθει µέσα του το συναίσθηµα αυτό. Νιώθουµε µόνοι, όταν χάσουµε κάποιο αγαπηµένο µας πρόσωπο, όταν βρισκόµαστε σε ένα πάρτυ που δεν γνωρίζουµε κανέναν, όταν µετακοµίζουµε σε µια άγνωστη πόλη. Η µοναξιά θεωρείται από πολλούς, ως µία από τις πιο φρικτές µάστιγες του καιρού µας. Βασανίζει αµέτρητους ανθρώπους, δυσαρµονικά ζευγάρια, µικρά παιδιά διαλυµένων οικογενειών, ηλικιωµένους που νιώθουν πως κανείς δεν τους αγαπά. Η µοναξιά δεν κάνει διακρίσεις, προσβάλει πλούσιους και φτωχούς, νέους και ηλικιωµένους, µορφωµένους και αγράµµατους, σε όλες τις εποχές του έτους, σε όλες τις φάσεις της ζωής. Πόση θλιµµένη µοναξιά φωλιάζει µέσα σε µπαρ, σε κλαµπ, σε λέσχες, σε φτωχόσπιτα αλλά και µέσα σε πολυτελείς επαύλεις!

∆εν είναι αλήθεια , τραγικό να ζούνε δύο κάτω από την ίδια στέγη και να κοιµούνται πάνω στο ίδιο κρεβάτι και όµως να είναι κατά βάθος ξένοι; Πόσο στυγνή και ασήκωτη η µοναξιά, όταν δεν βρίσκεις µια ευαίσθητη καρδιά να εµπιστευθείς τον πόνο σου, τις αγωνίες σου και τις ανησυχίες! Ο Τένεσση Ουΐλλιαµς διαπιστώνει: «Είµαστε καταδικασµένοι σε φυλάκιση µες στο µοναχικό κελί του ίδιου του κορµιού µας».

Τι γεννά τη µοναξιά;

Τι µπορεί όµως να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν µόνοι; Μόνοι µέσα στον πολύβουο και πολυπρόσωπο κόσµο που ζούµε; Παρακολουθώντας την παράσταση ‘Πουθενά’ του ∆ηµήτρη Παπαϊωάννου, στάθηκα στη σκηνή όπου κάποιος από το πλήθος, πήγαινε αντίθετα σε αυτό, µόνος του ενάντια στη µάζα, όµως τελικά δεν τα κατάφερε και η µάζα τον παρέσυρε µ α ζ ί της. ∆ε νοµίζω πως αυτό απέχει από τη σηµερινή ελληνική – και όχι µόνο- κοινωνία. Στην κοινωνία µας, στην κοινωνία των πολλών, των πολλών όµοιων ανθρώπων η διαφορετικότητα δεν έχει θέση. Μήπως η διαφορετικότητα οδηγεί στη µοναξιά; Μήπως αυτόµατα όποιος είναι ενάντια στα σηµερινά πρότυπα είναι ξένος από αυτό που ονοµάζουµε κοινωνικό σύνολο; Η ίδια εποχή στερεί από τον άνθρωπο τον πλουραλισµό, τη διαφορετικότητα της άποψης, της γνώµης, τον ωθεί σε έναν αέναο µονόλογο, σε µια ακατάπαυστη και πολλές φορές ανούσια αντιφώνηση συναισθηµάτων. Έτσι, ο άνθρωπος χάνει την προσωπικότητά του καθώς κυριαρχείται από το συναίσθηµα της αγέλης. Ο µονόλογος πολλές φορές οδηγεί τον άνθρωπο στον παραλογισµό και ο άνθρωπος κλείνεται στην οδύνη της αποµόνωσης.

 Ακόµα και η διαβίωση σήµερα έχει γίνει πιο απρόσωπη. Σύµφωνα µε τον Ε. Παπανούτσο, στις µεγαλουπόλεις οι σχέσεις “εξαλγεβρίζονται”. Οι άνθρωποι δεν έχουν προσωπική ιστορία, αλλά είναι ο “x” ο “y” ο “z”. Τρανταχτό παράδειγµα των πόλεων - Βαβέλ, οι πολυκατοικίες. Στην πολυκατοικία οι ένοικοι δεν γνωρίζονται µεταξύ τους. Στην πολυκατοικία χάθηκε η γειτονιά, που µοιραζόσουν το ψωµί κι οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Οι σχέσεις εξαντλούνται σε µια καληµέρα µέσα στο ασανσέρ κι ένα τυποποιηµένο και βιαστικό χαµόγελο, δίνοντας τον λογαριασµό των κοινοχρήστων.

Περπατάµε στο δρόµο και σκουντουφλάµε ο ένας πάνω στον άλλο, στο λεωφορείο στριµώχνοµαστε, στα κέντρα διασκεδάσεως δεν βρίσκεις θέση. Στο σχολείο, στο σπίτι, στο κατάστηµα, παντού, κουβαλάµε την πλήξη και την ανία µας, πολλές φορές δίχως να το συνειδητοποιούµε πλήρως, κι η κατάσταση αυτή µπορεί να έχει γίνει απλή συνήθεια δίχως να µας απασχολεί πια. Οι καθηµερινές ασχολίες δεν αφήνουν ποτέ µόνους τους ανθρώπους για να τα πούνε µε τον εαυτό τους. Ο διπλανός µας, δεν συµµετέχει στις χαρές µας, δεν συµµερίζεται τις θλίψεις µας, δεν έχει µάτια για να δει τον πόνο µας, αυτιά να ακούσει την κραυγή µας.

Κυκλοφορούµε και βάζουµε ακουστικά κλείνοντας τα αυτιά στον συνάνθρωπο. ∆εν επιζητούµε την από κοντά συνάντηση, αλλά στέλνουµε ευχές αφήνοντας ένα τυπικό µήνυµα στη σελίδα του άλλου σε κάποιον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης. Η τεχνολογία σίγουρα µίκρυνε τις µεγάλες αποστάσεις αλλά ίσως να µεγαλώνει τις µικρές. Πιθανότατα εµείς να µην τη χρησιµοποιούµε σωστά και να αγνοούµε πως βυθιζόµαστε στον ωχαδελφισµό της εποχής µας. 

Όλοι τρέχουµε από το πρωί µέχρι το βράδυ, αγωνιζόµαστε να κάνουµε το αύριο καλύτερο και αδιαφορούµε για το σήµερα. Αδιαφορούµε για τον φίλο, τον συγγενή, τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας που µπορεί να υποφέρει. Προσπαθούµε να κάνουµε καλύτερη τη ζωή µας, να αυξήσουµε το «έχειν», αδιαφορώντας για το «είναι», υποβαθµίζοντάς το. Ζούµε καταναλώνοντας, έχοντας ως στόχο να αυξήσουµε τη χρησιµότητά µας ως καταναλωτές και την απληστία µας ως άνθρωποι. Η ταύτιση του «έχειν» µε το «είναι» ανέδειξε το «έχειν» ως κριτήριο κοινωνικής αξιολόγησης, µε αποτέλεσµα ο άνθρωπος να ξοδεύει τα ψυχικά του αποθέµατα προκειµένου να αποκτήσει όλο και περισσότερα υλικά αγαθά. Όλα στον πολιτισµό µας περιστρέφονται γύρω από το «εγώ» µας. Προσπαθούµε να είµαστε εµείς οι καλύτεροι. Αναπτύσσουµε τη φίλαυτη προσωπικότητά µας και δεν αφήνουµε περιθώριο στις ανθρώπινες σχέσεις. Η συνεχής ανταγωνιστικότητα που κυριαρχεί στη ζωή µας υποτιµά και διαβάλλει τις σχέσεις των ανθρώπων. Φροντίζουµε µόνο για το ατοµικό µας καλό και τότε φτάνουµε σε ακρότητες καθώς προσπαθούµε µε όποιο µέσο διαθέτουµε να καλυτερεύσουµε το «εγώ» µας αδιαφορώντας για το τι γίνεται δίπλα µας.

Υψώνουµε τείχη, στεγανά αυτάρκειας, κλείνοντας τον Θεό, τον συνάνθρωπο - ακόµα και αν αυτός είναι φίλος, αδερφός, παιδί, γονιός, συγγενής - και την κτίση απέξω. Έτσι, η παγερότητα που υπάρχει στην καρδιά µας γεννά τη µοναξιά της ζωής και αυτή µε τη σειρά της προκαλεί τη µοναξιά του πόνου και της εγκατάλειψης. Η επαφή µας µε τους άλλους έχει χαθεί. Η παγερότητα και η σκλήρυνση της καρδιάς µας, µας οδηγούν και εµάς και τους γύρω µας στη µοναξιά.

Τις περισσότερες φορές η αδυναµία µας να υπάρξουµε στην δυνατότητα της σχέσης, στην ολοκλήρωση του να υπάρχω µε τον «άλλο» οφείλεται στην δική µας κλειστή ατοµικότητα. Στο ότι δεν ανοίγουµε τα σύνορα του Εγώ µας, δεν έχουµε µάθει και δεν έχουµε την παραµικρή διάθεση να µάθουµε, να ζούµε για τους άλλους και µε τους άλλους.

Στο οδυνηρό γεγονός της µοναξιάς µας, διερωτηθήκαµε άραγε εάν ο τρόπος ζωής µας, οι ενέργειες µας και η όλη παρουσία µας αφήνει χώρο να υπάρξουν άλλοι άνθρωποι δίπλα µας;

Όπως µας λέει ο π. Φιλόθεος Φάρος «για να υπάρχουν στη ζωή ενός ανθρώπου κάποιοι άνθρωποι που θα συµβάλουν στην ικανοποίηση των αναγκών του, είναι απαραίτητο να µπορεί και να θέλει και εκείνος να συµβάλει στην ικανοποίηση των δικών τους αναγκών….»

Τι την νικά;

Γράφει ο συγγραφέας π. Τιµ. Κιλίφης: «Υποκατάστατα, βέβαια, για την αντιµετώπιση της µοναξιάς, υπάρχουν αρκετά. ∆εν τη φυγαδεύουν όµως. Αντίθετα την επιτείνουν. Ένα είναι το αληθινό όπλο, που χτυπάει θανάσιµα τη µοναξιά: Η αληθινή αγάπη. Όποιος ζει µέσα στο κλίµα της γνήσιας αγάπης, δεν κινδυνεύει ποτέ από τη θανάσιµη µοναξιά. Η αγάπη είναι ο εχθρός της µοναξιάς». «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡµᾶς» (Προς Κορινθίους, Β΄ 5:14) ∆ηλαδή η αποκατάσταση της επικοινωνίας και η αποµάκρυνση της µοναξιάς βρίσκονται στη θέληση του ανθρώπου, στη βούληση να δεχτεί να αποκαταστήσει τη σχέση του µε τους συνανθρώπους, την κτίση και τον ∆ηµιουργό του, πάντα µε µετάνοια και ταπεινοφροσύνη. Χρειάζεται προσοχή, είναι τέχνη το να αγαπάς, απαιτείται βούληση και θέληση, όχι µόνο ύπαρξη του έντονου συναισθήµατος, καθώς το συναίσθηµα έρχεται και παρέρχεται…»

«Οταν βρεις τον Χριστό, σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτ’ άλλο, ησυχάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού, όπου υπάρχει ο Χριστός. Ζεις στα άστρα, στο άπειρο, στον ουρανό µε τους αγγέλους, µε τους αγίους, στη γη µε τους ανθρώπους, µε τα φυτά, µε τα ζώα, µε όλους, µε όλα. Οπου υπάρχει η αγάπη στον Χριστό, εξαφανίζεται η µοναξιά. Είσαι ειρηνικός, χαρούµενος, γεµάτος. Ούτε µελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε πίεση, ούτε άγχος, ούτε κατήφεια, ούτε κόλαση.»

«Βίος και Λόγοι» γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Η Αγία Γραφή µας βεβαιώνει πως ο Θεός ποτέ δεν λησµόνησε τον άνθρωπο. Μας αγάπησε και εξακολουθεί να µας αγαπά. Έστειλε για µας στη γη τον µονογενή Υιό Του. Ήλθε ο Χριστός κοντά µας σαν τον Καλό Σαµαρείτη, για να γιατρέψει τις πληγές µας και να συντροφέψει την πορεία µας µέσα σε αυτό τον ανάλγητοκόσµο. Γνώρισε τον πόνο της εγκατάλειψης στον υπέρτατο βαθµό. Γι’ αυτό µπορεί σήµερα να µας κατανοήσει και να µας παρηγορήσει. Στη νύχτα της Γεθσηµανή, ενώ ο ιδρώτας Του χυνόταν στη γη και αγωνιούσε οδυνηρά, οι εχθροί συνωµοτούσαν εναντίον Του και οι φίλοι Του κοιµόντουσαν. Στον Γολγοθά, πέθανε για την δική µας Λύτρωση. Χάρη στη σταυρική θυσία Του, το χώρισµα που χώριζε τον άνθρωπο από τον Θεό γκρεµίστηκε και καταλύθηκε.

Τώρα, όποιος µε πίστη δέχεται τον Ιησού Σωτήρα Του, λυτρώνεται από την αµαρτία και από την µοναξιά. ∆εν είναι µόνος µέσα στη ζωή. Έχει κοντά του τον Θεό. Η παρουσία Του γλυκαίνει και οµορφαίνει τις πικρές του ώρες. Γεµίζει την ψυχή του µε ανείπωτη χαρά, φωτίζει και ωραΐζει όλη τη ζωή του και η µοναξιά του ανθοβολεί.

∆εν νιώθει µόνος , όποιος έµαθε να επικοινωνεί µε τον Θεό. ∆εν είναι µόνος όποιος έµαθε να περπατάει µε τον Θεό και να κρατάει το ζεστό Του χέρι.

Ο Σπανουδάκης στο τραγούδι «Πού να σε βρω», διερωτάται : «∆εν έχω µάτια, δε σε βλέπω, δε σε ακούω ή δε µιλάς..» 1 Τελικά τι φταίει για τη µοναξιά; Ίσως στα µάτια είτε στα βιολογικά, είτε στα µάτια της ψυχής µας µπήκε σκόνη και δε µας αφήνει να δούµε πως δεν είµαστε µόνοι µας, ο Θεός είναι πάντα µαζί µας. Μας το έχει πει άλλωστε «οὐ µή σε ἀνῶ οὐδ' οὐ µή σε ἐγκαταλίπω» (Εβραίους ιγ, 5) και «ἰδοὺ ἐγὼ µεθ’ ὑµῶν εἰµι πάσας τὰς ἡµέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». (Ματθαίου, κη΄ 20). Πρέπει να καταλάβουµε πως είναι συνεχώς δίπλα µας, πάντα µας µιλάει, εµείς συχνά δεν Τον ακούµε.

Επιµέλεια: Αγγελική Καλκάνη Φοιτ. Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών ΕΜΠ

ΠΗΓΕΣ :

  • “Aνατοµία στο δράµα της µοναξιάς”, Βασίλης Γιούλτσης
  • εφηµερίδα Ελεύθερος Τύπος
  • Σµυρνιάδου ∆., «Η έκθεση σήµερα», τόµ. Γ', εκδ. Gutenberg 1996
  • «Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης 1924-1994, Μαρτυρίες προσκυνητών»
  • • http://orthodoxipisti-orthodoxipisti. blogspot.com/2010/01/blogpost_7440.html