Η Βυζαντινή Αγιογραφία χθες και σήμερα

Συνέντευξη με τον κ. Γεώργιο Κόρδη, γνωστό αγιογράφο, διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με διδακτορική διατριβή για τη σχέση μορφής και εικόνας.

 

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Συνέντευξη με τον κ. Γ. Κόρδη, αγιογράφο

 

O κ. Γιώργος Κόρδης έχει σπουδάσει Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ παράλληλα έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής και βυζαντινής αγιογραφίας. Συνέχισε τις σπουδές του (ζωγραφική, νωπογραφία και ψηφιδωτό) στην Βοστόνη και στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής. Μελέτησε συστηματικά την ιστορία και την αισθητική της βυζαντινής ζωγραφικής και από το 1991 είναι διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με διδακτορική διατριβή για τη σχέση μορφής και εικόνας. Σήμερα ασχολείται με την ζωγραφική, την εικονογράφηση βιβλίων και την εκτέλεση μνημειακών έργων (Ι.Μ. Δοχειαρείου Αγ. Όρους. κ.α.). Έχει δημοσιεύσει κείμενα για τη θεολογία και την τέχνη της εικόνας, ενώ από το 1990 ασχολείται και με τη διδασκαλία της βυζαντινής αγιογραφίας.

Χ.Φ.Ε.: Κύριε Κόρδη, σχεδόν όλοι οι αγιογράφοι σήμερα δεν δημιουργούν νέα έργα, αλλά μόνο αντιγράφουν. Αυτό πιστεύετε στηρίζεται σε μία, ας πούμε, θεολογική βάση ή οφείλεται στη δημιουργική ανεπάρκεια των αγιογράφων;

Γ. Κόρδης: Είναι και τα δύο και ίσως και πολλοί άλλοι λόγοι. Αφενός μεν οι σύγχρονοι αγιογράφοι δεν μπορούν να δημιουργήσουν. Για πάρα πολλούς λόγους. Είτε γιατί δεν έχουν τέτοια ικανότητα, είτε γιατί δεν έχουν σπουδάσει σωστά. Δεν μπορούν επομένως να φτιάξουν εικόνες που να είναι μέσα στη βυζαντινή παράδοση αλλά να είναι ταυτόχρονα και έργο δικό τους.

Υπάρχουν όμως και λόγοι θεολογικοί, με την έννοια ότι υπάρχει σήμερα μία ερμηνευτική προσέγγιση στα περί της εικόνας, που δεν ευνοεί αυτή τη δημιουργική στάση απέναντι στην παράδοση. Δηλαδή, ερμηνεύουμε με τέτοιο τρόπο την εικόνα, ώστε να αποκλείουμε σχεδόν κάθε δημιουργία. Είναι βέβαια ένα τεράστιο θέμα, αλλά γενικότερα έχει να κάνει με το εξής: Φορτίζουμε την τεχνοτροπία των εικόνων ως προς την τελευταία λεπτομέρεια με κάποιο θεολογικό σημαινόμενο, κάτι το οποίο αποκλείει την πιθανότητα αυτό να το αλλάξεις, να προτείνεις μιαν άλλη λύση.

Για παράδειγμα, ας πούμε ότι τα μεγάλα αυτιά είναι μεγάλα για να ακούνε τις βουλές του Κυρίου. Αυτό σημαίνει ότι, από τη στιγμή που το στοιχείο αυτό είναι θεολογικά φορτισμένο, δεν μπορείς εσύ να φτιάξεις μικρά ή μικρότερα αυτιά. Άρα αποκλείεται οποιαδήποτε δημιουργική σχέση και τυποποιείται ολοένα και περισσότερο η βυζαντινή παράδοση. Και αυτό ισχύει σε όλο το φάσμα των εικαστικών στοιχείων της εικόνας.

Όλη η εικόνα έχει φορτιστεί, μέχρι και το τελευταίο κλαδάκι που θα δεις σε μία σύνθεση. Βέβαια, υπάρχει η θεολογική σημαντική των εικόνων και κανείς δεν μπορεί να την αρνηθεί, αλλά σίγουρα αυτή δεν αφορά τα πάντα και όλα τα στοιχεία της εικόνας. Γι’ αυτό ακριβώς σήμερα έχουμε φτάσει σε μία αδιέξοδη σχέση με την βυζαντινή εικόνα. Να μην επιτρέπεται δηλαδή, σχεδόν ούτε καν θεωρητικά, να προσθέσει ή να αφαιρέσει κανένας κάτι, να βάλει ένα χρώμα λίγο διαφοροποιημένο, ή να κάνει κάποια σχεδιαστική πρόταση.

Χ.Φ.Ε.: Αυτό όμως δεν είναι πλέον μια μορφή στασιμότητας; Γιατί υπάρχει αυτή η κατάσταση, αντίθετα από παλιότερα, όπου η εικόνα εξελισσόταν, είχαμε συνεχώς νέες σχολές, κλπ.;

Γ. Κόρδης: Είναι στασιμότητα. Θα έλεγα όμως ότι στο κλίμα της ελλαδικής εκκλησίας είναι αρκετά καλά τα πράγματα. Υπάρχουν πιο σφιχτές καταστάσεις. Για παράδειγμα, στην εκκλησία της Κύπρου έχει συσταθεί και ειδική επιτροπή η οποία ελέγχει ποιες εικόνες είναι βυζαντινές ή όχι. Σ’ εμάς δεν υπάρχει ευτυχώς κάτι τέτοιο, όπως και δεν υπήρξε ποτέ. Εάν υπήρχε μια τέτοια επιτροπή τον 15ο αιώνα, θα «κόβανε» τον Θεοφάνη, ο οποίος σε σχέση με τον προϋπάρχοντα Πανσέληνο ήταν θα λέγαμε καινοτόμος, δεν ήταν αρκετά “βυζαντινός” με βάση τα δεδομένα της εποχής του. Εδώ δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, κι αυτό είναι παρήγορο.

Χ.Φ.Ε.: Το πρόβλημα είναι όμως μόνο στην ερμηνευτική θεώρηση ή αφορά και την παραδοχή του κόσμου; Αν έστω “επιτρεπόταν” να ζωγραφιστεί κάτι νεωτεριστικό, νομίζετε ότι ο κόσμος θα το δεχόταν;

Γ. Κόρδης: Όχι. Δεν θα το δεχόταν, και καλά θα έκανε να μην το δεχθεί. Εδώ πια τίθεται το θέμα του πώς γινόταν η πορεία. Με ποιες προϋποθέσεις περπάτησε η βυζαντινή τεχνοτροπία και με ποιες μπορεί να περπατήσει. Σίγουρα αυτή η πορεία, για να είναι πορεία, ποτέ δεν περιφρόνησε το εκκλησιαστικό σώμα. Δηλαδή η πορεία δεν ήταν ποτέ αλματώδης.

Δε έγιναν ποτέ τόσο μεγάλα άλματα ώστε να ξενίζουν ή να δημιουργούν ένα σεισμό στο πλήρωμα της εκκλησίας. Γι’ αυτό και ποτέ μα ποτέ δεν έχουμε διαμάχες, τουλάχιστον μετά τον 10ο αιώνα, που να αφορούν τέτοιο ζήτημα, δηλαδή τεχνοτροπικό ζήτημα των εικόνων. Αυτό σημαίνει ότι όλη η πορεία της τέχνης περπάταγε με τέτοιο τρόπο που δεν δημιουργούσε σκάνδαλο στους πιστούς.

Δεν υπάρχει καμία καταγεγραμμένη μαρτυρία ότι αντέδρασε ο κόσμος όταν εμφανίστηκε πχ. η παλαιολόγεια τεχνοτροπία σε σχέση με των Κομνηνών, ή αργότερα. Πράγμα που σημαίνει ότι υπήρξε μια φυσιολογική πορεία.

Χ.Φ.Ε.: Πού οφείλεται αυτό; Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει μια ανάλογη πορεία και σήμερα;

Γ. Κόρδης: Κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν μπορεί γιατί δεν έχουμε εμείς οι ίδιοι σωστή και φυσιολογική σχέση με την εκκλησία.Έχουμε κληρονομήσει έναν τύπο, που είναι η βυζαντινή τεχνοτροπία. Είναι ένας τύπος, είναι μια γλώσσα. Επειδή δεν ζούμε το πράγμα, φοβόμαστε ότι, αν αλλάξουμε λίγο τη γλώσσα, θα χάσουμε το πράγμα. Ενώ, αν είχαμε το πράγμα, δεν θα φοβόμασταν να προχωρήσουμε τη γλώσσα μας. Κάτι το οποίο γινόταν πάντοτε στη ζωή της εκκλησίας. 

Η Εκκλησία έχοντας την αλήθεια ζούσε την αλήθεια, και γι’ αυτό δεν φοβόταν να την πει έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα. Λοιπόν το κύριο πρόβλημά μας είναι αυτό. Έχοντας μικρή ή και καμία σχέση με την αλήθεια γινόμαστε τυπολάτρες. Λατρεύουμε τη γλώσσα που εκφράζει την αλήθεια. Και γι’ αυτό ακριβώς είμαστε φοβισμένοι, δειλοί, σε βαθμό ακατανόητο.

Ενώ βλέπουμε στην περίοδο της τουρκοκρατίας, όπου θα περίμενε κανείς μια Εκκλησία υπόδουλη και με λιγότερη μόρφωση, να τολμώνται πράγματα που σήμερα δεν διανοούμεθα να τολμήσουμε. Και δεν ήταν τόλμη αυτό, ήταν φυσιολογικό πράγμα.

Εμείς το βλέπουμε σήμερα τολμηρό. Για εκείνους ήταν μια φυσιολογική διαδικασία, γιατί οι άνθρωποι είχαν την πίστη τους. Πίστευαν ότι η Εκκλησία τους είναι ορθόδοξη, ότι έχει το Άγιο Πνεύμα, ενώ εμείς φθάνουμε μερικές φορές να πιστεύουμε σήμερα ότι δεν έχουμε το Άγιο Πνεύμα. Και φοβόμαστε ότι αν απλώς αλλάξουμε μια κεραία κάπου, ή αν αλλάξουμε λίγο το χρώμα, θα χάσουμε την αλήθεια. Μα δεν χάνεται έτσι η αλήθεια!

Πέρα απ’ αυτό το κύριο πρόβλημα, υπάρχουν και πάρα πολλοί άλλοι λόγοι και πολλή άγνοια. Πάρα πολλοί πιστεύουν ότι η βυζαντινή ζωγραφική είναι κάτι που η εκκλησία το εφηύρε για να φτιάξει τις εικόνες. Μα δεν είναι έτσι. Όλα τα στοιχεία που συνιστούν τη βυζαντινή τεχνοτροπία προϋπάρχουν σε διάφορα εικαστικά ρεύματα του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η “ανάστροφη προοπτική”, η απουσία του βάθους, η γραμμικότητα, το πώς πλάθουμε το χρώμα, κλπ.

Η Εκκλησία, προκειμένου να μιλήσει στον κόσμο, δανείστηκε τη γλώσσα που υπήρχε στο περιβάλλον. Και τη χρησιμοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και μάλιστα προχώρησε ακόμα πιο πολύ, τη λέπτυνε, την προσήρμοσε στις ανάγκες της, κι αυτή η προσαρμογή ήταν διαρκής. Εμείς λοιπόν, αγνοώντας όλα αυτά τα πράγματα, την ιστορική διαδρομή της εικονογραφίας, φτάνουμε να τη θεωρούμε ένα θεόπεμπτο γεγονός, και έτσι αδυνατούμε να έχουμε μία υγιή σχέση μαζί της. Λατρεύουμε πλέον τον τύπο και γινόμαστε και ανιστόρητοι.

 Χ.Φ.Ε.: Μετά την τουρκοκρατία η συνέχεια της παράδοσης έσπασε, λόγω ίσως του γενικότερου κλίματος της εποχής για υιοθέτηση κάθε τι “ευρωπαϊκού”. Έτσι κάπου χάθηκε και η βυζαντινή τεχνοτροπία. O Κόντογλου έπαιξε καίριο λόγο στην αναβίωση της εικονογραφικής αυτής παράδοσης. Κατά πόσο παρέμεινε όμως στη στείρα αναβίωση και πόσο συνέβαλε στην εξέλιξη και ανανέωσή της;

Γ. Κόρδης: Κόντογλου δεν ήταν απλώς ο βασικότερος που συνετέλεσε στην επαναφορά της βυζαντινής παράδοσης. Ήταν ο μόνος σ’ αυτή την ιστορία. Κατανοούσε ορθώς την όλη διαδικασία, και αυτό είναι πράγματι έκπληξη. Όχι μόνο το καταλάβαινε σωστά, αλλά προχωρούσε και στην πράξη. Η δουλειά του ναι μεν είναι καθαρώς βυζαντινή, αλλά είναι προσωπική δουλειά.

Δηλαδή, αν δεις μια εικόνα του λες: «αυτή είναι του Κόντογλου». Την αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένα έργο προσωπικό και όχι φωτοτυπία κάποιου έργου του παρελθόντος. Πέραν δε τούτου, ο ίδιος ο Κόντογλου καταλάβαινε αυτή την πορεία σε βαθμό που σοκάρει πάρα πολλούς σήμερα. Έλεγε, για παράδειγμα, ότι πρέπει να συνεχίσουμε τη βυζαντινή παράδοση απ’ εκεί που σταμάτησε, δηλαδή από τη μεταβυζαντινή φάση της.

Αυτό δεν είναι σήμερα κατανοητό και μάλιστα κατηγορούν τον Κόντογλου γι’ αυτές τις επιλογές, λέγοντας ότι επέλεξε τις λαϊκότροπες λύσεις που υπήρχαν τότε, περιφρονώντας και μη επιλέγοντας τις λύσεις της εποχής των Παλαιολόγων ή της κρητικής σχολής.

Αλλά ο Κόντογλου, επειδή σκεφτόταν εκκλησιαστικά, καταλάβαινε ότι υπάρχει μια πορεία και μια συνέχεια. Άρα δεν μπορούμε να επιστρέφουμε στο παρελθόν υιοθετώντας και ανασύροντας απ’ αυτό κάποια λύση, γιατί αυτή ξεπεράστηκε. Δηλαδή ο Πανσέληνος ιστορικά ξεπεράστηκε, δεν έμεινε εκεί η Εκκλησία. Προχώρησε, ήρθε στο Θεοφάνη, μετά κι ο Θεοφάνης ξεπεράστηκε και πήγε σ’ άλλους, και ο Κόντογλου πίστευε ότι λογικά, έπρεπε να συνεχίσουμε αυτό το πράγμα.

Διαφορετικά γινόμαστε μουσείο. Χάνεται η ζωντανή παράδοση, που για μας είναι η δημιουργία και η συνεχής εκφορά του ίδιου πράγματος σε συνεχώς καινούρια γλώσσα. Αυτό κάνουμε πάντα στην Εκκλησία. Αυτό χάνεται όμως.

Χ.Φ.Ε.: Μπορούμε να έχουμε εικόνες για εκκλησιαστική χρήση, ζωγραφισμένες με άλλη τεχνοτροπία πχ. αφηρημένη τέχνη; Τέτοιες ριζοσπαστικές κατευθύνσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές και να λειτουργήσουν ως λειτουργική εικόνα;


Γ. Κόρδης: Είναι σχετικό το θέμα. Για παράδειγμα, έχουμε την περίπτωση του Ευαγγελίου. Εξαρχής η εκκλησία έχει την αλήθεια της και την καταγράφει μέσα στο Ευαγγέλιο, η οποία αλήθεια επιτρέπει να μεταφραστεί στη συνέχεια και σε άλλη γλώσσα.

Αν μιλούσαμε σε επίπεδο εικονογραφίας, τηρουμένων των αναλογιών, η εικόνα έχει την αλήθεια ειπωμένη με μία γλώσσα. Η αλήθεια αυτή μπορεί να ειπωθεί και με άλλη γλώσσα. Στην εικόνα πχ. του Χριστού, το στοιχείο που δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει είναι η μορφή του Χριστού, για λόγους καθαρά θεολογικούς. Κατά τη δική μας πίστη, η μορφή με την οποία εικονίζεται ο Χριστός είναι η ιστορική μορφή Του, η πραγματική μορφή Του. Δεν είναι δηλαδή αποκύημα φαντασίας κάποιου ή κάποιων ζωγράφων, είναι η πραγματική μορφή Του.

Η ίδια εικόνα, θεωρητικά τουλάχιστον, θα μπορούσε να γίνει με μιαν άλλη τεχνοτροπία. Πχ. να γίνει η εικόνα του Χριστού σε μία αφρικάνικη χώρα, με μία τεχνοτροπία που να έχει δανειστεί στοιχεία από την τέχνη των αφρικανών. Με την προϋπόθεση, όμως, η εικόνα να είναι αμέσως αναγνωρίσιμη. Δηλαδή να την βλέπει κανείς και να λέει: «Αυτός είναι ο Χριστός, αλλά η τεχνοτροπία έχει κάποια στοιχεία από την αφρικανική τέχνη».

Για μας τους Έλληνες είναι αδύνατο όμως να γίνει κάτι τέτοιο. Είναι σαν να λέμε ότι την Κυριακή στην εκκλησία θα αρχίσει ο ιερέας να διαβάζει το Ευαγγέλιο σε μία γλώσσα που δεν την καταλαβαίνει κανένας. Αυτό δεν γίνεται, είναι μη λειτουργικό. Δεν το καταλαβαίνει κανένας και άρα δεν λειτουργεί. Επομένως προς τι, για ποιο λόγο να γίνει αυτή η αλλαγή.

Εάν εσύ προτείνεις μια γλώσσα εικαστική, η οποία δεν έχει καμία σχέση με αυτό που κατανοούν οι πιστοί, αμέσως η εικόνα τίθεται σε αχρηστία. Και δημιουργεί και σκανδαλισμούς... Πολύ περισσότερο όταν έχουμε παρεμβάσεις στην ίδια τη μορφή, κάτι που είναι δογματικά απαράδεκτο. Το τελευταίο που μπορείς να αλλάξεις στην εικονογραφία είναι οι μορφές. Εκεί είναι επιβεβλημένη η στατικότητα, για λόγους καθαρά δογματικούς.

Αν κάναμε τον Χριστό, για παράδειγμα, με πολλές διάφορες μορφές, όπως κάνουν στη δυτική τέχνη, τότε έχουμε ένα πρόσωπο, μία υπόσταση, η οποία έχει όμως πολλές μορφές. Αυτό σημαίνει ότι ή όλες αυτές οι μορφές είναι εικόνες και άρα η υπόσταση αυτή δεν είναι πραγματικός άνθρωπος, που σημαίνει ότι δεν έγινε η ενανθρώπιση πραγματικά και είναι δοκητισμός, ή ότι καμιά από τις μορφές αυτές δεν είναι εικόνα και άρα δεν είναι προσκυνητή.

Γι’ αυτό υπάρχει αυστηρή απαγόρευση αλλοιώσεως των μορφών. Και όταν λέμε ότι οι μορφές είναι αναλλοίωτες, εννοούμε και τις μορφές των αγίων, αλλά τελικά αυτό ισχύει και για τις συνθέσεις γενικότερα. Δεν μπορείς να κάνεις μια Γέννηση δικής σου εμπνεύσεως. Είναι στοιχείο επιβεβλημένα σταθερό, γιατί η μορφή αυτή είναι ταυτόσημη με τη μορφή ενός ιστορικού γεγονότος, άρα δεν επιδέχεται αλλοίωση. Εκεί που μπορεί να επεκταθεί κανένας και να εργαστεί είναι στην τεχνοτροπία και σε καινούρια θέματα.

 

Χ.Φ.Ε.: Πάνω σ’ αυτό: βλέπουμε στη δυτική ζωγραφική πληθώρα θεμάτων που δεν απαντώνται στη δική μας αγιογραφία. Πχ. ο Χριστός κρούων τη θύρα, ή ο Χριστός που ευλογεί τα παιδιά, κλπ. Αυτό οφείλεται στους δογματικούς αυτούς περιορισμούς ή σε αδυναμία των αγιογράφων;

Γ. Κόρδης: Ένας λόγος είναι ότι οι ναοί ήταν παλιότερα περιορισμένης έκτασης και δε σήκωναν μεγάλο θεματολόγιο, οπότε έβαζαν μόνο τα ουσιαστικά, πχ. τις μεγάλες γιορτές, έστω και κάποιες σκηνές από βίους αγίων. Δεν υπήρχε δηλαδή στην πράξη δυνατότητα να επεκταθεί ο κύκλος αυτός. Μετά, ελάχιστοι άνθρωποι θα ζητήσουν να έχουν στο σπίτι τους μια τέτοια εικόνα. Ζητούν να έχουν τους αγίους για να προσευχηθούν κλπ. Αν όμως υπάρξει ανάγκη, φαντάζομαι θα δημιουργηθεί η ανάλογη εικονογραφία σιγά-σιγά, σε άλλα θέματα: βίους αγίων, θέματα από την Καινή Διαθήκη, την Παλαιά Διαθήκη. Υπάρχουν εκατοντάδες θέματα που δεν έχουν αγιογραφηθεί!

Χ.Φ.Ε.: Να πούμε και για το αντίστροφο, αυτό δηλαδή με το οποίο και ασχολείστε εσείς, δηλαδή τη ζωγραφική μη θρησκευτικών θεμάτων με βυζαντινό τρόπο. Είναι μία άποψη που ξενίζει μερικούς. Υπάρχει ενδιαφέρον του κόσμου για τέτοια έργα;

Γ. Κόρδης: Πρώτα απ’ όλα να το δούμε λίγο ιστορικά. Αυτό είναι μία πολύ μεγάλη παράδοση. Δεν είναι ένας νεωτερισμός. Σ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου οι βυζαντινοί αυτό κάνανε. Και τα κοσμικά τους θέματα τα δουλεύανε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Βέβαια δεν σώζονται πολλά πράγματα γιατί ήταν δουλειά που γινόταν κυρίως σε κοσμικά κτίρια, και επειδή γκρεμίστηκαν τα περισσότερα έχουμε φιλολογικές βασικά μαρτυρίες.

Τις μόνες εικαστικές μαρτυρίες τις έχουμε κυρίως από τα χειρόγραφα. Εκεί έχουν σωθεί αρκετά πράγματα, που μπορούν να μας βεβαιώσουν ότι με τον ίδιο τρόπο δουλεύανε τα πάντα οι βυζαντινοί. Και αυτήν την παράδοση την έφερε στο προσκήνιο ο Κόντογλου. Πρώτος αυτός δούλεψε μη εκκλησιαστικά θέματα σε πολλές περιπτώσεις.

Έτσι, στην ίδια παράδοση τρόπον τινά εργάζομαι κι εγώ, δουλεύω πολλά μη θρησκευτικά θέματα με τεχνοτροπία ανάλογη. Υπάρχει μία αποδοχή αυτής της δουλειάς από ένα μέρος του κόσμου, κάποιους τους ξενίζει και κάποιους βέβαια τους αφήνει αδιάφορους. Υπάρχει όμωςαρκετός κόσμος που ενδιαφέρεται και τους αρέσει.

Oι άνθρωποι που ξενίζονται είναι αυτοί ακριβώς που δεν έχουν γνώση της βυζαντινής παράδοσης της εικονογραφίας και κυρίως της κοσμικής δουλειάς των βυζαντινών. Και είναι κυρίως αυτοί που φορτίζουν επικίνδυνα και μονοδιάστατα, θα έλεγα, την τεχνοτροπία. Δεν μπορούν να κατανοήσουν έτσι πώς είναι δυνατόν να αποδοθεί ένα μη χριστιανικό θέμα με μία τεχνοτροπία που κατά την άποψή τους είναι ιερή.

Αλλά δεν υπάρχει ιερή γλώσσα στην Ορθοδοξία. Με την ίδια γλώσσα γράφτηκε το Ευαγγέλιο, την ίδια γλώσσα χρησιμοποιεί ο άλλος για να βρίζει. Δεν υπάρχει ιερή γλώσσα, και ευτυχώς η ορθόδοξη εκκλησία ποτέ δεν επιχείρησε να κάνει πράγματα που επιχείρησαν οι ρωμαιοκαθολικοί. Να ιεροποιήσουν λ.χ. τη γλώσσα.

Χ.Φ.Ε.: Σας ευχαριστούμε πολύ.

Επιμέλεια: 
Βασίλης Λόντος

Σπουδαστής Αγιογραφίας, Πτ. Oδοντιατρικής