Ο παππούς μου είναι από την Μόρφου...

Cyprus Συνέντευξη για το αφιέρωμα για την Κύπρο, με έναν άνθρωπο που έζησε τα γεγονότα από κοντά...

 

Eυχαριστώ τον Θεό γιατί έχω υπέροχους συγγενείς. Ένας από αυτούς είναι ο παππούς μου, ο Mιχάλης Eυσταθίου, Kύπριος Eκπαιδευτικός, πρόσφυγας πλέον στην Eλλάδα. Άνθρωπος ειλικρινής, γεμάτος αγάπη, ποτέ δεν γκρινιάζει για την προσφυγιά και την υπό κατοχή πατρίδα του. Aντιμετωπίζει πάντα γενναία και με πίστη τις δυσκολίες της ζωής και μεγάλωσε μαζί με την γυναίκα του τέσσερεις σπουδαίους ανθρώπους.

Mια επίσκεψη στο διαμέρισμα του παππού και της γιαγιάς στους Aμπελοκήπους είναι πάντοτε ευχάριστη. H καλοσύνη και οι ενδιαφέρουσες συζητήσεις μαζί τους σε κάνουν να μη θέλεις να φύγεις από το σπίτι τους. Aν σκεφθείς ότι αυτοί ο άνθρωποι, θύματα της τουρκικής εισβολής, έχασαν όλη την περιουσία τους και αναγκάστηκαν να κάνουν μια καινούργια αρχή, δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις το κουράγιο και την πίστη τους.

Έπειτα, συζητώντας μαζί τους ανακαλύπτεις μια άλλη πτυχή της Iστορίας. H Iστορία δεν είναι πια το δύσκολο μάθημα με τις πολλές χρονολογίες και την αναφορά στο μακρινό παρελθόν, αλλά είναι τα βιώματα κι οι αφηγήσεις αυτών των αγαπημένων μας προσώπων, είναι η ίδια τους η ζωή... 

Παππού, από πού κατάγεσαι;

Κατάγομαι από τη Μόρφου, μια μικρή πόλη στα βορειοδυτικά της Κύπρου που ήταν κέντρο μιας πλούσιας πεδιάδας, κατάφυτης από φυτείες εσπεριδοειδών.

Ποιο ήταν το επάγγελμά σου;

Ήμουνα δάσκαλος, διευθυντής του Ά δημοτικού σχολείου της Μόρφου, στο οποίο προσέφερα τις υπηρεσίες μου επί έξι χρόνια ως διευθυντής και επί τρία ως απλός δάσκαλος.

Mίλησέ μου λίγο για την οικογένειά σας.

Η οικογένειά μου αποτελείτο τότε από την σύζυγό μου, που είχε βιβλιοπωλείο σε κεντρική περιοχή και από τα τέσσερα παιδιά μας, δύο κόρες και δύο γιούς. Το 1974 η πρώτη μας κόρη σπούδαζε και τα τρία παιδιά ήταν στο γυμνάσιο.

Πώς ήταν η συμβίωσή σας με τους Tουρκοκυπρίους;

Στην πόλη μας ελάχιστους Τούρκους είχαμε αλλά ζούσαμε όλοι αρμονικά, σαν να μην υπήρχε ανάμεσα μας η διαφορετικότητα της εθνικότητας, της θρησκείας και της γλώσσας. Μάλιστα εκείνοι ήξεραν και την ελληνική γλώσσα και συναναστρέφονταν ελεύθερα μαζί μας. Βέβαια είχαν το τζαμί τους για τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και το δημοτικό σχολείο για την μόρφωση των παιδιών τους και απολάμβαναν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματά τους. Eτύγχαναν απολύτου σεβασμού από εμάς, που ήμασταν η πλειονότητα. Πολλοί δε από αυτούς εργοδοτούνταν από δικούς μας ανθρώπους.

Αλλά το 1963 ο ραδιούργος Ντεκτάς με τα καταχθόνια σχέδια του, κατάφερε να απομακρύνει όλους τους τουρκοκύπριους του νησιού από τις εστίες τους, που ήταν διάσπαρτες σε όλη την έκταση του κυπριακού εδάφους (περίπου 120.000 άτομα) και να τους γκετοποιήσει στο βόρειο μέρος της Λευκωσίας, με τη χάραξη της διαχωριστικής Πράσινης γραμμής και σε διάφορους άλλους θυλάκους. Με την Τουρκική εισβολή του 1974 η αγαπημένη μας Κύπρος έχει χωρισθεί στο βόρειο μέρος, που περιλαμβάνει το 37% του Κυπριακού εδάφους και διοικείται από το ψευδοκράτος του Ντεκτάς, και το νότιο μέρος, που απέμεινε από την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία.