Μαθήματα αντιαισθητικής αγωγής στον καθρέπτη του Θεού


Φανταστείτε μια σχολική αίθουσα, μια αίθουσα ενός Δημοσίου Γυμνασίου...

Φανταστείτε μια σχολική αίθουσα, μια αίθουσα ενός Δημοσίου Γυμνασίου! Δεν είναι δύσκολο. Λίγο πολύ όλοι μας τα ζήσαμε: Βρώμικο πλαστικό δάπεδο με πολλά τσιμεντένια κενά- παγίδες για τον απρόσεκτο καθηγητή ή μαθητή. Πίνακας με σπασμένες γωνίες και … ουλές χαραγμένες με χοντρό καρφί και με μεγάλο πάθος για την ομάδα: ΘΡΥΛΟΣ ΟΛΕ!

Τα τζάμια γεμάτα σκόνες και χώματα, που μαρτυρούν εύκολα τη χρονολογία που χτίστηκε το σχολείο μια και κανείς δεν τα καθάρισε από τότε. Τα θρανία ταλαιπωρημένα, με το ένα πόδι πιο κοντό απ’ τα υπόλοιπα, χαρίζοντας έτσι ένα διακριτικό τράνταγμα προς τα δεξιά σε κάθε άγγιγμά του. Στις επιφάνειες τους δε, μπορεί κανείς να θαυμάσει στίχους …απείρου κάλλους που εκφράζουν όλο το «σεβασμό» για τους καθηγητές, τους οπαδούς της αντίπαλης ομάδας, κόμματος κ.λ.π., καθώς και ολόκληρες σελίδες απ’ την Ιστορία σε μικρογραφία, εξισώσεις, νόμους Φυσικής και τον Μέλλοντα του ρήματος parler για κάθε ενδεχόμενο… Ο τοίχος; Α! Αυτός έχει «τη δική του ιστορία» και σίγουρα «την έγραψαν παιδιά»…

Το κουδούνι χτυπάει. Άλλη μια σχολική μέρα τελείωσε. Τα παιδιά άκουσαν καινούργια πράγματα για τον Όμηρο, το Παρατατικό, τον Μωυσή και τους νόμους του Νεύτωνα. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, από όλα τα μαθήματα ήταν αυτό που κανένα απ’ τα παιδιά και κανείς από μας δεν υποψιάστηκε: Το μάθημα της Αντιαισθητικής Αγωγής!

Οι βρώμικοι τοίχοι γεμάτοι συνθήματα, ο σωρός των σκουπιδιών στη γωνία, τα καμένα δάση, η αφισορρύπανση και τα πλαστικά σημαιάκια δεν είναι μόνο θέματα οικολογίας και υγιεινής. Αυτές που απειλούνται έμμεσα, και για αυτό και σε πιο μεγάλο βαθμό, είναι οι ίδιες οι αισθήσεις μας.

Τα μάτια ναρκώνονται και τους είναι αδιάφορο αν περπατούν πλάι σ’ ένα ανθισμένο παρτέρι ή σ’ ένα σκουπιδότοπο, Διαφεύγουν τελείως της προσοχής τους οι πινελιές του καημού του Θεόφιλου και τα’ ουρανού στο βασίλεμα του ήλιου. Τ’ αυτιά αποχαυνώνονται στο beat των παράλογων μουσικών ρευμάτων. Τ’ Ανοιξαντάρια και τα κονσέρτα είναι μόνο για τα Μουσεία. Οι γεύσεις γίνανε κι αυτές γρήγορες σαν τους ρυθμούς των fast food και ψεύτικες σαν χάρτινα ποτηράκια coca-cola. Και καταπίνοντας μονολογούμε σαν την ηρωίδα του Μίκαελ Έντε, τη Μόμο: «Παράφαγα… έφαγα πολύ, πάρα πολύ. Και όμως έχω το συναίσθημα σαν να μην έχω χορτάσει».

Ο πολιτισμός μας πολιτισμός από μπετόν. Τα παιδιά των παιδιών μας δε θα’ χουν τίποτε να θυμούνται απ’ αυτόν. Τα κτίρια, όπου τώρα αναπαυόμαστε μακαρίως, σε εκατό περίπου χρόνια είναι καταδικασμένα να καταστραφούν. Και να διαλυθούν εξαιτίας του φρούδου υλικού τους. Οι πόλεις και οι συνοικίες δεν έχουν κανένα προσωπικό ύφος, τίποτα που να θυμίζει ανθρωπιά.

«Η Αθήνα», γράφει ο Φώτης Κόντογλου, «είναι ένα μάζεμα από κτίρια ξενόφερτα, που και στον τόπο τους είναι ολότελα άψυχα, παγωμένα, ανέκφραστα, όπως ανέκφραστοι γινήκανε κι οι άνθρωποι. Έτσι είναι οι ‘διεθνείς πόλεις και οι διεθνείς άνθρωποι’ που είναι το καύχημα της ‘διεθνούς κοσμογονίας’, που έχει κάνει τη ζωή ένα πράγμα άνοστο, αμύριστο, ανέκφραστο, κρύο κι ασυμπάθηστο. Είναι η ζωή αποστειρωμένη από κάθε αίσθημα, από κάθε πνευματικό σκίρτημα, από κάθε ζέστα καρδιάς»

Ένα παιδάκι, κατά την οικογενειακή επίσκεψη στο χωριό της γιαγιάς του, περιεργαζόταν τον κήπο του σπιτιού ώσπου ξαφνικά ανακάλυψε μερικά κλαδάκια δυόσμου. «Μαμά, μαμά», φώναξε ενθουσιασμένο «αυτό το χόρτο μυρίζει σαν τσίχλα!»… Τα παιδιά των πόλεων που δεν γνωρίζουν το χρώμα του χώματος και του ουρανού!…

Τι πολιτισμικά ρεύματα, άραγε, δημιουργούνται; Τα χεράκια των παιδιών αντί για γυάλινους βόλους και κούκλες με ξανθές μπούκλες, κρατούν σκληρά ένα τερατόμορφο «τρανσφόρμερ» που σκοτώνει το ρομποτένιο αντίπαλό του,,, Το αγαπημένο τους παιχνίδι είναι το «παιδικό» πρόγραμμα της τηλεόρασης; Σεληνιακά τοπία, σιδερένιες γροθιές και όπλα λέιζερ.

Απολιθώσαμε τους ίδιους μας τους εαυτούς. Κάθε πνοή δημιουργικότητας ασφυκτιά ανάμεσα στους μηχανισμούς των κομπιούτερ και των προγραμματισμών και στον μολυσμένο ουρανό, που ‘ναι κι αυτός μαζί με τις ψυχές μας σκεπασμένος απ’ τις κεραίες της δορυφορικής τηλεόρασης…

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, σαν ήρθαν πρόσφυγες απ’ τη Σμύρνη και την Καππαδοκία, μ’ όλη τη στέρησή του δεν έχασαν την ουσία της αρχοντιάς και της νοικοκυροσύνης τους. Και η τελευταία παράγκα θα είχε ασπρισμένες γλάστρες με βασιλικούς και δαντέλες στα παράθυρα. Τούτοι οι άνθρωποι ξέρουν να χαμογελούν και μεσ’ από τη φτώχεια τους.

Πότε προλάβαμε και λησμονήσαμε τόσο έντονες ευωδιές και τόσο φωτεινά χρώματα; Να σκύψουμε, να ψηλαφίσουμε έναν αρχαίο ναό, τα βυζαντινά ψηφιδωτά. Θ’ αγγίξουμε εκεί όλο το μεράκι των δημιουργών τους που στόλιζε ακόμη και τα χοντρά κι επιβλητικά τείχη των πόλεων… Εκεί οι πέτρες έχουν το δικό τους όνομα και το δικό τους τραγούδι…

Ο κόσμος μας είναι ο καθρέπτης της αψεγάδιαστης ομορφιάς. Κι εμείς ανυποψίαστοι τυφλοπόντικες θάβουμε τις ζωές μας στο όραμα ενός γκρίζου αποπνικτικού γραφείου του Δημοσίου δύο επί τρία … Αντιαισθητικοί στο περιβάλλον μας, αντιαισθητικοί και στις ζωές μας… μα δείτε τι απλή και όμορφη μπορεί να είναι η ζωή: Κοιτάξτε στη γλάστρα: ένα λευκό λουλούδι χαμογελάει στον πρωινό ήλιο…

Ο κόσμος μας είναι ο καθρέπτης της δόξας του Θεού…

Παρακαλώ πολύ, μην τον ραγίζετε!...

Κυριακή Τριανταφυλλίδου
φοιτήτρια Θεολογίας