Β’ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

palamasΣυναξάριο: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ δευτέρᾳ τῶν νηστειῶν, μνήμην ἐπιτελοῦμεν τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ»

 

 

Οἱ μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου καὶ ἀντιμετώπισή τους: «Πολυμήχανος καὶ πολυτροπώτατος γιὰ τὴν κακία, μᾶλλον δὲ παμμήχανος εἶναι ὁ νοητὸς ὄφις, ὁ πρωταίτιος τοῦ κακοῦ. Ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀγαθὴ πρόθεσή μας καὶ πράξη, μόλις ἀρχίζει. Κι ἂν δὲν μπορέσει νὰ τὴν ἐμποδίσει στὴν ἀρχή, γνωρίζει ἄλλες μηχανές, μὲ τὶς ὁποῖες τὴν ἀχρηστεύει ὅταν εὑρίσκεται σ’ ἐνέργεια· κι ἂν δὲν μπορέσει νὰ τὴν ἀχρηστεύσει, ὅταν τελεῖται κάπου στὴ μέση, πάλι γνωρίζει ἄλλα σοφίσματα καὶ ἄλλους τρόπους γιὰ νὰ τὴν ἀφανίσει ὅταν τελειωθεῖ καὶ νὰ τὴν καταστήσει ἀνωφελῆ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιζήμια γιὰ ὅσους δὲν προσέχουν πολύ. Καὶ πρῶτα μὲν ὑποδεικνύει τὸ ἐπίπονο καὶ δυσκατόρθωτο τῆς ἀρετῆς, ὥστε μὲ αὐτὸ νὰ μᾶς ἐμβάλει ραθυμία καὶ ἀπελπισία, μὲ τὴν σκέψη ὅτι ἐπιχειροῦμε δύσκολα καὶ ἀδύνατα, κι ἔτσι ὅτι δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ φέρουμε σὲ ἔργο τὴν πρόθεσή μας· προσέτι δὲ γεννᾶ στοὺς ἀγωνιζομένους καὶ ἀπιστία στὰ ὑπεσχημένα ἀπὸ τὸν Θεὸ βραβεῖα. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἀδελφοί, πρέπει νὰ ὑπερπηδήσουμε αὐτὴ τὴν παγίδα μὲ τὴν ψυχικὴ ἀνδρεία, τὴν προθυμία καὶ τὴν πίστη, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψι ὅτι οὔτε ἡ γῆ ἀποδίδει χρησίμους καρποὺς χωρὶς κόπους οὔτε ἡ ψυχὴ θ’ ἀποκτήσει τίποτε θεοφιλὲς καὶ σωτήριο χωρὶς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Καὶ γῆ μὲν ἀκατάλληλη γιὰ καλλιέργεια μπορεῖς νὰ βρεῖς, ἐνῶ κάθε λογικὴ ψυχὴ εἶναι ἐπιδεκτικὴ τῆς ἀρετῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἐξ αἰτίας τῆς προγονικῆς ἐνοχῆς κατακριθήκαμε νὰ ζοῦμε μὲ κόπο καὶ μόχθο, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὸ ἀποφύγουμε αὐτό, ἂς κάνουμε τὴν ἀνάγκη φιλοτιμία· τὸ ἀκούσιο προσὸν ἂς τὸ προσφέρουμε στὸν Θεὸ ὡς ἑκούσιο, ἂς δώσουμε ἀντὶ τῶν μονίμων τὰ πρόσκαιρα καὶ ἂς λάβουμε ἀντὶ τῶν δεινῶν τὰ χρηστά, καθιστώντας τὸν πρόσκαιρο κόπο μέσο πορισμοῦ αἰωνίας ἀνέσεως. Διότι κοπιάζοντας ἐδῶ γιὰ τὴν ἀρετὴ ἀσφαλῶς θὰ ἐπιτύχωμε τὴν ἀναψυχὴ ποὺ μᾶς ἔχει ἐπαγγελθεῖ γιὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Εἶναι βεβαίως ἀξιόπιστος αὐτὸς ποὺ τὴν ἐπαγγέλθηκε, ποὺ εἶναι ἐπίσης βοηθὸς ἕτοιμος σὲ ὅσους ξεκίνησαν ἕτοιμοι τὸν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς. Ὅταν δὲ βοηθεῖ αὐτός, ποὺ μπορεῖ τὰ πάντα, ποιὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι ἀκατόρθωτο; Ἀλλὰ ὅταν, ἐνθυμούμενοι αὐτά, ἀναλάβουμε προθύμως τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, γνωρίζοντας ἐκεῖνος ὁ πονηρὸς ὅτι τὸ καλὸ δὲν εἶναι καλό, ἂν δὲν γίνει καλῶς, προσπαθεῖ νὰ μᾶς πείσει νὰ μὴν ἐκτελοῦμε κατὰ θεάρεστο τρόπο τὴν ἐργασία τοῦ καλοῦ οὔτε πρὸς τὸν ἔπαινο ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πρὸς τὸν ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ μᾶς ἀποστερήσει κι ἔτσι τὴν μισθαποδοσία ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὰ πνευματικὰ καὶ οὐράνια. Ἐμεῖς δὲ ἂς ἀποδείξουμε κι αὐτὴν τὴν προσπάθειά του ἄπρακτη ὑπολογίζοντας ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ μέγεθος τῶν ἀμοιβῶν ποὺ περιμένουν τοὺς θεαρέστους ζῶντας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν μηδαμινότητα τῆς

ἀνθρωπαρεσκείας». (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΣΤ’ 1-3, ΕΠΕ 9, 171-175).