Α’ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ: ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Sunday_of_Orthodoxy_300p Συναξάριο: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ πρώτῃ τῶν νηστειῶν, ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων, γενομένης παρὰ τῶν ἀειμνήστων αὐτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαὴλ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Θεοδώρας ἐπὶ τῆς πατριαρχείας τοῦ ἁγίου καὶ ὁμολογητοῦ Μεθοδίου».

 

 

Γιατὶ ἔχουμε εἰκόνες: «Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ὁ Θεός, ὁ ἀσώματος καὶ ἀπερίγραπτος, δὲν ἀναπαριστανόταν καθόλου. Τώρα ὅμως ποὺ ἐμφανίστηκε μὲ σάρκα ὁ Θεὸς καὶ ἔζησε ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ζωγραφίζω τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ὁρατὴ (δηλ. τὸν Ἰησοῦ). Δὲν λατρεύω τὴν ὕλη, ἀλλὰ τὸν δημιουργὸ τῆς ὕλης. Αὐτὸν ποὺ γιὰ χάρη μου ἔγινε ὕλη καὶ καταδέχθηκε νὰ κατοικήσει στὴν ὕλη, ποὺ μέσῳ τῆς ὕλης κατεργάστηκε τὴν σωτηρία μου». «Σέβομαι, λοιπόν, τὴν ὕλη καὶ τὴν θεωρῶ σὰν κάτι ἱερό· καὶ τὴν προσκυνῶ, ἐπειδὴ μέσῳ αὐτῆς συντελέστηκε ἡ σωτηρία μου· καὶ τὴ σέβομαι ὄχι ὡς Θεό, ἀλλὰ ὡς κτίσμα γεμᾶτο θεία ἐνέργεια καὶ χάρη. Πράγματι, δὲν εἶναι ὕλη τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ τὸ τόσο χαριτωμένο καὶ μακαριστό; Πράγματι, δὲν εἶναι ὕλη τὸ σεπτὸ καὶ ἅγιο ὄρος, ὁ τόπος τοῦ Γολγοθᾶ; Πράγματι, δὲν εἶναι ὕλη ἡ μελάνη καὶ τὰ δέρματα τῶν εὐαγγελίων; Πράγματι, δὲν εἶναι ὕλη ἡ ζωογόνος τράπεζα ποὺ μᾶς χορηγεῖ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς; Πράγματι, δὲν εἶναι ὕλη τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται σταυροὶ καὶ ἅγιες εἰκόνες καὶ ποτήρια; Πράγματι δὲν εἶναι ὕλη πάνω ἀπὸ ὅλα τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου μου καὶ τὸ Αἷμα Του; Λοιπόν, ἢ πρέπει νὰ παύσεις νὰ σέβεσαι καὶ νὰ προσκυνᾶς ὅλα αὐτὰ ἢ νὰ παραδεχθεῖς τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν φίλων Του».     (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας, Α’, 16 καὶ Β’ 14).

Πῶς κοιτᾶμε μιὰν εἰκόνα: «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε ὅτι εἶναι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου (πρβλ. Ἰω. 8,12). Ὅπως τὸ φῶς δὲν πηγαίνουμε ἐμεῖς νὰ τὸ βροῦμε, ἀλλ’ ἔρχεται ἐκεῖνο, γιὰ νὰ φανερώσει τὰ πράγματα, ποὺ μᾶς περιβάλλουν, ἔτσι καὶ τὴν εἰκόνα δὲν τὴν κοιτᾶμε ἐμεῖς, ἀλλὰ μᾶς κοιτάζει ἐκείνη, καὶ καταργώντας σχεδὸν τὴν τεχνικὴ τῆς προοπτικῆς μᾶς φανερώνει τὸ βάθος τῶν πραγμάτων ὄχι κατὰ τὴν διανοητικὴ ἐμβρίθεια, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἐπωφεληθοῦμε ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ὑπέρλαμπρου φωτός, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Τὰ χρώματα καὶ τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα τῆς εἰκόνας εἶναι τὰ μέσα, ποὺ μᾶς μεταφέρουν σὲ μιὰ ἀνανεωμένη συνείδηση τῶν πραγμάτων, σὲ Βηθλεὲμ ὅπου ὁ Θεὸς φανερώνεται, γιὰ νὰ τοῦ μεταφέρουμε τὰ δῶρα μας, πολύτιμα μέταλλα ἢ κοσμήματα, ποὺ συχνὰ στολίζουν τὶς εἰκόνες» (Ἐκκλησία 1990, σ. 248).