Κόλαση ή Παράδεισος; (Μανώλης Παπαϊωάνου)



Το μυστήριο της ζωής ανέκαθεν προξενεί δέος στον άνθρωπο...


Το μυστήριο της ζωής ανέκαθεν προξενεί δέος στον άνθρωπο. Ο θάνατος προκαλεί φόβο, η παρούσα ζωή θεωρούμενη ως αυτοσκοπός οδηγεί στην απογοήτευση ενώ την ίδια στιγμή η μεταθανάτια ζωή αποτελεί αντικείμενο «έρευνας» χωρίς βέβαια να δίνονται ικανοποιητικές απαντήσεις. Όλα αυτά κάνουν τον άνθρωπο να αναζητά εναγώνια κάποια λύση που θα τον εξασφαλίζει στην παρούσα ή την μετέπειτα ζωή.

Η αναζήτηση αυτή δεν έχει συνήθως τις ανάλογες προϋποθέσεις, καθώς ο άνθρωπος προσπαθεί να απολαύσει τον «παράδεισο» μόνος του, αποξενωμένος από το κοινωνικό σώμα και μάλιστα από το σώμα της Εκκλησίας. Αντιλαμβάνεται έτσι τον παράδεισο και την κόλαση ως κάποιες καταστάσεις απόμακρες χρονικά και τοπικά, που θα επικρατήσουν μετά το τέλος αυτού του κόσμου.

Τα έσχατα γεγονότα, δηλαδή η αλλαγή του κόσμου, η ανάσταση των νεκρών, η Δευτέρα Παρουσία, η μέλλουσα κρίση, η Κόλαση και ο Παράδεισος, δεν έχουν κατανοηθεί σωστά, κυρίως από άγνοια της διδασκαλίας της Εκκλησίας μα αλλά και από επιδράσεις ξένων προς την Ορθόδοξη παράδοση αντιλήψεων.

Τρία πράγματα θα πρέπει να έχουμε αρχικά υπ’ όψιν μας όταν θέλουμε να αναφερθούμε στα έσχατα γεγονότα.

Η εσχατολογία ( λόγος περί των εσχάτων) μέσα στην Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία δεν αποτελεί μια αυτονομημένη και ανεξάρτητη περιοχή. Μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα στην όλη προοπτική της Χριστιανική πίστεως. Έτσι ο λόγος για τα έσχατα σχετίζεται και με την αρχή του κόσμου και του ανθρώπου καθώς με τη δημιουργία αρχίζει το ξεκίνημα για τα έσχατα, ενώ ολόκληρη η έκταση της ιστορίας ήδη από την αρχή αυτής προσανατολίζεται εν Χριστώ προς την ουράνιο Βασιλεία.

Ταυτόχρονα, η εσχατολογία βιώνεται και εντός της Εκκλησίας με την Πεντηκοστή με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας το οποίο φανερώνει τη διάσταση του ζωντανού σώματος του Χριστού σε μια εσχατολογική προοπτική. Κατά την Ευχαριστία, μέσα στην Εκκλησία συνδέονται παρελθόν, παρόν και μέλλον. Τα ιστορικά συμβάντα και ζωή των πιστών στον κόσμο είναι επίσης συνδεδεμένα οργανικά με τα εσχατολογικά γεγονότα της συνάντησης με το Θεό και της μετοχής στην Βασιλεία Του, που είναι η πραγμάτωση της ζωντανής κοινωνίας με το Θεό

Όπου η Αγ. Γραφή μιλάει για το μέλλον αυτό γίνεται με εικόνες και παραβολές. Αυτή η εικονική γλώσσα δεν μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί τώρα, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται κατά γράμμα. Παράλληλα, όμως, τα όσα αναφέρονται δε θα πρέπει να θεωρούνται φανταστικά επινοήματα αλλά θεόπνευστα σύμβολα και απεικονίσεις εκείνων τα οποία ανταποδίνονται στις πραγματικότητες του πνευματικού κόσμου, ο οποίος υπερβαίνει την αντίληψη μας.

ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Κατά με την Ορθόδοξη διδασκαλία, ο φυσικός η βιολογικός θάνατος είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης αμαρτίας, αφού ο άνθρωπος προπτωτικά, πριν δηλαδή επιλέξει την απομάκρυνση του από τον Θεό, είχε τη δυνατότητα της αθανασίας, Με το φυσικό θάνατο βέβαια και το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, δεν διακόπτεται κα η ζωή. Το μεν σώμα διαλύεται, η δε ψυχή ως αθάνατη συνεχίζει τη ζωή της σε μια άλλη κατάσταση, που ονομάστηκε «μέση κατάσταση των ψυχών». Η επανόρθωση του αφύσικου αυτού χωρισμού της ψυχής από το σώμα θα συντελεσθεί με την καθολική ανάσταση των νεκρών, για την οποία μεγαλύτερη απόδειξη για τους πιστούς συνιστά η Ανάσταση του Κυρίου, που προαναγγέλλει και τη δική μας ανάσταση.

ΜΕΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ- ΜΕΡΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Αμέσως μετά τον φυσικό θάνατο ακολουθεί η μερική κρίση του ανθρώπου εκ μέρους του Θεού, η οποία ονομάστηκε έτσι για να διαφοροποιείται από τη γενική κρίση, Η στρατευόμενη Εκκλησία δεν έχει ακόμα συνενωθεί με την θριαμβεύουσα ενώ οι ψυχές απλώς προγεύονται τον παράδεισο ή την κόλαση. Η μερική κρίση, όπως και η γενική, θα γίνει με βάσει την τοποθέτηση του κάθε ανθρώπου απέναντι στο απολυτρωτικό έργο του Κυρίου. Εφόσον μια ανθρώπινη ύπαρξη κατά τη διάρκεια της ζωής της ανταποκρίθηκε θετικά στην πρόσκληση της θείας Χάριτος, θα συνεχίσει και μετά το θάνατο –χωρίς βέβαια τη σωματική της φύση, μέχρι να επανενωθεί η ψυχή με το σώμα- να ζει σε κοινωνία με το Θεό και θα προαπολαμβάνει τη μέλλουσα μακαριότητα και δόξα, Το αντίθετο θα συμβαίνει με αυτούς που στη ζωή αυτή αρνήθηκαν την αγάπη του Θεού.

Κατά τη Ρωμαιοκαθολική αντίληψη, οι ψυχές των ανθρώπων μετά το θάνατο βασανίζονται για κάποιο χρονικό διάστημα στο καθαρτήριο πυρ πριν εισέλθουν στη αιώνια μακαριότητα. Πρόκειται για του ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι διέπραξαν αμαρτήματα, στη συνέχεια μετανόησαν και εξομολογήθηκαν, όμως δεν πρόφθασαν ούτε να εκτελέσουν τα επιτίμια που τους έθεσε ο πνευματικός τους, ούτε να πράξουν τα αναγκαία έργα που όφειλαν για να εξιλεωθούν για τις αμαρτίες τους και να ικανοποιήσουν έτσι τη θεία δικαιοσύνη. Η κάθαρση τους κατά τη δυτική αυτή αντίληψη, εξαρτάται από την καταβολή χρημάτων ή από την εκτέλεση καλών έργων εκ μέρους των επιζώντων.

Αυτή, όμως η θεωρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Ορθόδοξη διδασκαλία, για την οποία δεν υπάρχει «καθαρτήριο πυρ» με την νομική έννοια της εξιλεώσεως που του προσδίδει η δυτική θεολογία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τα μνημόσυνα, οι ευχές και οι δεήσεις υπέρ των κεκοιμημένων δεν έχουν την δύναμη να αλλάξουν την πορεία που χάραξε κάποιος στη ζωή αυτή, ούτε βέβαια και τη βούληση του Θεού, η οποία λειτουργεί πάντα μέσα στα πλαίσια της αγάπης. Η αναμονή ανάμεσα στον θάνατο και την τελική κρίση είναι δημιουργική: η προσευχή των ζώντων, οι προσφορές για τους νεκρούς, τα μυστήρια της Εκκλησίας παρεμβαίνουν και συνεχίζουν το έργο της σωτηρίας του Κυρίου, Ο μετά το θάνατο καθαρμός πρέπει να νοείται ως ιατρεία της φύσης και όχι ως επανόρθωση του λάθους.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η Δευτέρα Παρουσία θα σημάνει και την ώρα της τελική κρίσης. Η έλευση του Χριστού «μετά δόξης» γίνεται πλέον ολοφάνερη κι αποδεκτή από όλους. Προηγείται, σύμφωνα με τη Γραφή , η αλλαγή και η ανακαίνιση του κόσμου και το παγκόσμιο γεγονός της αναστάσεως των νεκρών, η οποία θα είναι ανάσταση ζωής ή ανάσταση κρίσεως. Η κρίση θα είναι μια τελική συνάντηση της αμρτωλής ανθρωπότητας και του Αγίου Θεού. Θα είναι μια τελική αποκάλυψη της αληθινής καταστάσεως κάθε ανθρώπου και όλης της ανθρωπότητας.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η παραδείσια ζωή και η κόλαση έχουν θεωρηθεί υπό το νομικό πρίσμα της αμοιβής και της τιμωρίας. Μια τέτοια αντίληψη, ξένη προς αυτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θέλει τον Θεό να καταδικάζει τους αμαρτωλούς στη δημιουργημένη από αυτόν κόλαση και να επιβραβεύει τους δικαίους τοποθετώντας τους στον παράδεισο

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ-ΚΟΛΑΣΗ

Είναι γνωστό πως ο Θεός καλεί όλους τους ανθρώπους στην σωτηρία, δηλαδή σε κοινωνία μαζί Του, γι’ αυτό άλλωστε το σκοπό προσφέρει τη ζωή. Η παραδείσια κατάσταση είναι αυτή η κοινωνία με το Θεό και τους άλλους ανθρώπους, κάτι που φυσικά προϋποθέτει την αποδοχή και την μετάδοση της αγάπης του Θεού στην τωρινή ζωή. Η ακόρεστη θέα του Θεού και η ολοένα τελειότερη γνώση αυτού, συνδέει και συνενώνει συνεχώς τους σεσωσμένους με τον Θεό, ενώ αυξάνει απεριόριστα την αγάπη τους προς αυτόν. Οι άνθρωποι γίνονται έτσι «κοινωνοί Θείας φύσεως», κατά το μέτρο της δεκτικότητας τους, και μετέχουν «χάριτι» στη θεία ζωή και δόξα. Η αιώνια ζωή είναι ατελεύτητη «παρά τω Θεώ» κατάσταση δόξας και μακαριότητας.

Αντίθετο χαρακτήρα έχει η ζωή των κολασμένων υπάρξεων. Η «κόλαση» είναι μια εσωτερική κατάσταση προσωπικής αποσύνθεσης μια κατάσταση αυτό-περιορισμού, απομόνωσης και αποξένωσης, κατά τον π. Γεώργιο Φλορόφσκι. Η καταδίκη δεν επιβάλλεται από το Θεό ο ποίος δεν είναι δημιουργός της κολάσεως. Η καταδίκη είναι μια αυτό επιβαλλόμενη ποινή, η συνέπεια και η κατάληξη της επαναστατικής αντιθέσεως στο Θεό και την αγάπη του. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, «ο Θεός δεν κολάζει κανένα». Η Κόλαση είναι η «αμεθεξία» του Θεού ενώ η μετοχή αυτού είναι η τρυφή της παραδείσιας ζωής.

Τελικά, ο Θεός της αγάπης δε θα συγχωρήσει όσους δε δέχτηκαν τη κοινωνία του μαζί του; Το γεγονός ότι η σωτηρία του ανθρώπου είναι ο μόνος σκοπός του Θεού και το ερώτημα αν αυτός ο μόνος σκοπός θα εκπληρωθεί σε όλη τη πληρότητα του, οδήγησε κάποιους στη θεωρία της καθολικής σωτηρίας ή αποκαταστάσεως των πάντων (κυρίως ο Ωριγένης). Όμως, η δυσκολία της καθολικής σωτηρίας δεν προέρχεται από την πλευρά του Θεού.

Ο Θεός σέβεται και υπολογίζει το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Η συγχώρηση θα πρέπει να εκτιμηθεί ελεύθερα. Δεν μπορεί να παραχωρηθεί χωρίς μια πράξη πίστεως, ευγνωμοσύνης και αγάπης. Κατά παράδοξο τρόπο, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνο από τη θεία αγάπη του ανθρωπίνου προσώπου. Κατά συνέπεια η ελεύθερη τοποθέτηση των ανθρώπων στην παρούσα ζωή έναντι της προσφοράς της θείας αγάπης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παραβιαστεί από το Θεό.

Είναι φανερό πως δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για μια καθολική σωτηρία. Τα όσα ξέρουμε σχετικά με τη σωτηρία του ανθρώπου βασίζονται σε όσα μας αποκαλύφθηκαν. Το τι θα πράξει βέβαια ο Θεός με τον κάθε άνθρωπο σε προσωπικό επίπεδο δε μας έχει αποκαλυφθεί και συνεπώς δεν μπορεί να ενταχθεί σ καμιά δογματική συστηματοποίηση.

«ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΚΟΙΝΩΝΗΣΙΑΣ»

Το ότι η κόλαση είναι μια κατάσταση ακοινωνησίας, τόσο σε σχέση με το Θεό όσο και σε σχέση με τους άλλους, που βιώνεται μετά το θάνατο αλλά και στην παρούσα ζωή, μας το παρουσιάζει πολύ χαρακτηριστικά μια διήγηση στα Αποφθέγματα του Αββά Μακαρίου.

Ο Αββάς Μακάριος συνομιλώντας στην έρημο με το κρανίο ενός ειδωλολάτρη ιερέα μαθαίνει ότι στην κόλαση του καθενός είναι κολλημένο στην πλάτη του άλλου και κανείς δεν μπορεί να αντικρίσει τα πρόσωπα των άλλων. Η εικόνα αυτή αποτελεί μια αληθινή παρουσίαση και της κοινωνικής μας ζωής, στην οποία επικρατούν οι ατομικές και εγωιστικές επιδιώξεις και η έλλειψη μιας ανιδιοτελούς αγάπης.

Ο άνθρωπος μόνο όταν εναποθέσει την ύπαρξη του στον Θεό μπορεί να υπερνικήσει την εγωκεντρική θεώρηση της ζωής του και να εξασφαλίσει την προσωπική κοινωνία με το Θεό και τους άλλους ανθρώπους, μέσα στο θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας.

Η ζωή μας μπορεί να ξαναγίνει παράδεισος αν θελήσουμε να βγούμε από τα όρια της άφρονης αυτάρκειας μας και να αναζητήσουμε το Θεό, αναπτύσσοντας έτσι την ύπαρξη μας και πραγματοποιώντας τον σκοπό για τον οποίο και υπάρχουμε.

Μανώλης Παπαϊωάνου
Πτυχιούχος Α.Ε.Σ.Α.