Αλωμένη ασκητική (Βασίλης Αργυριάδης)



undefined
Το πνεύμα της Εκκλησίας και το δράμα της εκκοσμίκευσης


ΑΛΩΜΕΝΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ

Είναι τραγικά δύσκολο εγχείρημα να περιδιαβείς, να αναλύσεις και να φωτίσεις το βαθύ περιεχόμενο εννοιών, όπως «Παράδοση», «ανανέωση» και «εκκοσμίκευση». Κι αυτό, γιατί τέτοιες κατηγορίες εκκλησιαστικής σπουδής δεν υπόκεινται σε λογικές οριοθετήσεις και «αντικειμενικά» επαληθεύσιμες αποδείξεις. Απαιτούν θητεία στο χώρο του βιώματος και της θεολογίας - μαθητεία στη γνησιότητα της λειτουργικής νηπτικής.

Γι’ αυτό και η Εκκλησία ανά τους αιώνες προβάλλει ως γνήσιο - και μοναδικό - κριτήριο εκκλησιαστικής αυθεντίας το «πρωτείο της αληθείας» και φορείς του αναγνώρισε, στις δύσκολες εποχές κλυδωνισμού της θεολογικής αλήθειας, τις χαριτωμένες μορφές των αγίων της. Εκείνους δηλαδή τους ανθρώπους που αισθάνονταν την αλήθεια σαν ανάγκη ζωής και όχι σαν νοησιαρχικό παιχνίδι αποδεικτέων συλλογισμών.

Στην Oρθοδοξία δεν είναι εύκολο να απομονώσεις ένα στοιχείο θεολογίας και να το χαρακτηρίσεις ως τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ζωής. Όμως, θαρρώ πως δεν αστοχώ θεωρώντας ως κεφαλαιώδη της χριστιανικής πίστης το τρισυπόστατο του Θεού και την ενανθρώπιση του Σωτήρος.

Η δυναμική της σχέσης

O Θεός της ορθόδοξης πίστης είναι τριαδικός. Τρία πρόσωπα συγκροτούν την ενιαία θεία φύση. Τρία πρόσωπα ακέραια διακεκριμένα και συνάμα άρρηκτα ενωμένα μεταξύ τους με μια ενότητα στηριγμένη στην απόλυτη αρμονία της σχέσης τους .

Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ενανθρωπίζεται. Εισέρχεται στο χώρο και το χρόνο του περατού ανθρώπου και ντύνεται τη φθορά, χωρίς να χάνει όμως ταυτόχρονα τη θεία φύση του. Και η ευεργεσία της ενανθρώπησης συνίσταται στη δυνατότητα του ανθρώπου να συγκροτεί σχέση με το Θεό (1), αφού πλέον Αυτός ζει στην ιστορία όχι μόνο με το Πνεύμα Tου το Άγιο, μα και με το Σώμα και το Αίμα Του. Και μέσα από αυτή τη σχέση να νικά το θάνατο και τη φθορά, να ξεπερνά τις συνέπειες της πτώσης.

Αυτή η σύντομη αναφορά στις απόλυτες αλήθειες της χριστιανικής πίστης, σκοπό έχει να καταδείξει πως τα δύο αυτά κεφαλαιώδη στοιχεία - το τριπρόσωπο του Θεού και η ενανθρώπιση - προβάλλουν στην ιστορία τη δυναμική της σχέσης. Πλέον ο άνθρωπος δεν πιστεύει αφηρημένα σε ένα Θεό που υπάρχει στο νου, μα ζει ένα Θεό στη ψυχή και το σώμα του, κοινωνεί μαζί Του με όλο του το είναι.

H πίστη στην αλήθεια του Θεού, δεν είναι πια υπακοή σε μια ιδέα, αλλά εμπιστοσύνη στην πληρότητα της προσωπικής σχέσης, αφού κι ο ίδιος ο Θεός δεν είναι ένας απρόσωπος μονάρχης, μα ένας προσωπικός Θεός που υπάρχει ως σχέση και κοινωνία τριών προσώπων.

Παράδοση και ανανέωση

Μέσα από αυτές τις βασικές και, λίγο-πολύ γνωστές αλήθειες, αρχίζει σιγά-σιγά να φωτίζεται και το νόημα των δύο πόλων της διαλεκτικής της εκκλησιαστικής ιστορίας: της Παράδοσης και της ανανέωσης.

Παράδοση της Εκκλησίας δεν σημαίνει απομονωμένα πατερικά κείμενα, μετέωρους δογματισμούς και στείρα ιστορικά γεγονότα. Παράδοση σημαίνει τον τρόπο που η Εκκλησία ζει το γεγονός της σχέσης με την κεφαλή της, τον Χριστό, μέσα στην ιστορία. Για αυτό και την Παράδοση της Εκκλησίας δεν τη συνιστούν αφηρημένες έννοιες, ή στερεότυπα ιδεολογήματα, αλλά συγκεκριμένα πρόσωπα, οι μορφές των αγίων της.

«Η παράδοση έχει εκτός από τα εξωτερικά της στοιχεία και την εσωτερική της ζωή. Αυτήν κυρίως αποκαλούμε «ζωντανή παράδοση» και αυτή είναι εκείνη που πάση θυσία δεν πρέπει να χαθεί. Η ουσία της αγίας Παράδοσής μας βρίσκεται στον αγιασμό των πιστών, στις εμπειρίες των Αγίων της Εκκλησίας μας δια μέσου των αιώνων. Αυτή η πνευματική εμπειρία των Αγίων, μας αποκαλύπτει και την ουσία της Oρθόδοξης Θεολογίας» (2). Όλα τα άλλα (λειτουργική πρακτική, πατερικά κείμενα, αποφάσεις Oικουμενικών Συνόδων κ.λπ.) δεν είναι παρά διαμορφωμένες εκφάνσεις ενός και του αυτού γεγονότος, της συναντήσεως Θεού και ανθρώπου.

Αυτές οι διαμορφωμένες μέσα στο κύλισμα της ιστορίας εκφάνσεις του εκκλησιαστικού γεγονότος, μας παραδίδονται σήμερα ως στοιχεία εμπειρίας που μας ανοίγουν το δρόμο της βίωσης της προσωπικής σχέσης με το Θεό. Αυτά τα στοιχεία δεν απολυτοποιούνται ως προς τη μορφή, αλλά ως προς την ουσία. Άλλωστε, η αυτοσυνειδησία του ανθρώπου κάθε εποχής είναι διαφορετική γι' αυτό και κάθε εποχή αναζητά και διαφορετική μορφή έκφρασης της μίας και αναλλοίωτης ουσίας: της συνάντησης Θεού και ανθρώπου (3).

Ανανέωση, από την άλλη πλευρά, δεν είναι τίποτα άλλο από την προσπάθειά μας να δούμε την Παράδοση, όχι σαν ιστορικό μνημείο-μουσειακό είδος, αλλά σαν ζωντανή πραγματικότητα με ευεργετικά αποτελέσματα στο πάλαισμα της νήψης. Ακόμα, ανανέωση σημαίνει την προσπάθεια της Εκκλησίας να μιλήσει στη σύγχρονη εποχή στηριγμένη στην Παράδοση και βασισμένη στο πνεύμα της Εκκλησίας.

Η μεγάλη πρόκληση για όλους όσοι παλεύουν να ζήσουν την αλήθεια μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας είναι να επιχειρήσουν να ζυμωθούν μέσα στην Παράδοση κατά τέτοιο τρόπο, ώστε στο πρόσωπό τους να φωτίζεται αυτή ανανεωμένη και ανταποκρινόμενη στις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου (4). Και είναι πολλές οι περιπτώσεις που για να γίνει κάτι τέτοιο το παραδεδομένο εκκλησιαστικό έθος μεταπλάθεται ή μετατρέπεται από τη σύγχρονη Εκκλησία.

Κάθε μετατροπή στοιχείων της Παραδόσεως έχει συνείδηση της διάκρισης μεταξύ της Παράδοσης ως συνόλου δογματικών αληθειών, εκφράσεων της οικουμενικής συνοδικής συνείδησης της Εκκλησίας, και της Παράδοσης ως καθημερινής εκκλησιαστικής πρακτικής (5). Η πρώτη είναι απόλυτη και αμετάβλητη, αφού δεν αποτελεί προϊόν ανθρώπινης επινόησης αλλά θείου φωτισμού, ενώ η δεύτερη - όταν δεν συνδέεται με καθαρά δογματικά ζητήματα - μπορεί να τροποποιηθεί και να αναπλασθεί προκειμένου να αντεπεξέλθει στις ανάγκες κάθε εποχής.

Ένα παράδειγμα από κάθε περίπτωση θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα: η αλήθεια πως στο πρόσωπο του Χριστού συνυπάρχουν η θεία και η ανθρώπινη φύση είναι δίδαγμα της Παράδοσης που δε χωρά μετατροπή. Δεν αποτελεί δογματισμό ή ιδεοληψία, μα αποκάλυψη των ορίων της ζωής (6). Από την άλλη μεριά, η γλώσσα της λατρείας, η αρχαία ελληνική, δεδομένου ότι δεν άπτεται δογματικών ζητημάτων, μπορεί να τροποποιηθεί και να μεταβληθεί. Έτσι, στις σλαβόφωνες Εκκλησίες η λειτουργική πράξη τελείται στη σλαβονική, στις αγγλόφωνες στην αγγλική κ.ο.κ..

Η κορυφογραμμή της Παράδοσης: το πνεύμα της Εκκλησίας

Έπειτα όμως από όλα τα παραπάνω το ερώτημα που προκύπτει από τη διαλεκτική μεταξύ Παράδοσης και ανανέωσης είναι το εξής: ποιο είναι το κριτήριο που μας κάνει να χαρακτηρίζουμε τη μετατροπή ενός μη δογματικού στοιχείου της Παράδοσης πότε ως ανανεωτική ευεργεσία και πότε ως εκκοσμίκευση; Με άλλα λόγια, ποιο κριτήριο μας υπαγορεύει πως, παραδείγματος χάριν, η μετατροπή του βυζαντινού τύπου στη τέχνη της αγιογραφίας συνιστά εκκοσμίκευση και όχι ανανεωτική ευεργεσία ή το αντίστροφο; Και κάπου εδώ μπαίνουμε στον πυρήνα του προβληματισμού μας.

Θαρρώ πως το κριτήριο που μας επιτρέπει να διακρίνουμε την εκκοσμίκευση από την υγιή ανανέωση δεν είναι άλλο από το ίδιο το πνεύμα της Εκκλησίας. «Το πνεύμα της Εκκλησίας» δεν είναι όρος δόκιμος. Διαισθάνομαι, ωστόσο, ότι εκφράζει καίρια ό,τι η συνείδηση της Εκκλησίας κατανοεί θεολογικά ως αυθεντικό σκοπό και νόημά της.

Είναι δύσκολο να ορίσει κανείς συγκεκριμένα το περιεχόμενο του όρου «το πνεύμα της Εκκλησίας». Όμως, πολύ αφαιρετικά, νομίζω πως μια σημαντική πτυχή του, είναι αυτό που ονομάζουμε «ασκητική». Η εκκλησιαστική ζωή είναι ένα πάλαισμα ασκητικής, μια προσπάθεια δηλαδή ο άνθρωπος να ξεπεράσει το εγώ του, το ίδιον θέλημα (7) και να προετοιμάσει τον εαυτό του, ώστε να κατοικήσει μέσα του ο Χριστός.

Καθετί, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα γεγονότα της καθημερινής εκκλησιαστικής ζωής, έχει άμεση ή έμμεση σχέση με την ασκητική της Εκκλησίας: νηστεύουμε για να νικήσουμε τη σαρκική επιθυμία που μας ωθεί να προσκολλόμαστε εμπαθώς με την ύλη· προσευχόμαστε για να κάνουμε το εγώ να αρνηθεί τον πειρασμό της αυτοειδωλοποίησης· υποβάλλουμε τον εαυτό μας στο αγώνισμα της αγάπης για να εξαναγκάσουμε την εγωιστική μας αυτάρκεια στην υπέρβαση των ορίων του εγωκεντρισμού και στο ανιδιοτελές δόσιμο στον άλλο και τον Άλλο. Κι ακόμα, αγιογραφούμε, ψάλλουμε και ναοδομούμε κατά τρόπο που να μην προβάλλουμε την ατομική μας ιδιαιτερότητα, μα να ταπεινωνόμαστε και να εντάσσουμε την προσωπική μας τέχνη στον καθιερωμένο τύπο της εκκλησιαστικής πρακτικής (8).

Καθετί μέσα στο χώρο της Εκκλησίας μαρτυρεί την αγωνία μας να θυσιάσουμε το εγώ, να κενωθούμε εσωτερικά, για να κατοικήσει εντός μας η ζωοποιός Χάρη. Καθετί μέσα στο χώρο της Εκκλησίας μαρτυρεί ασκητική.

Η Εκκλησία στη δίνη των νεωτέρων χρόνων

Η πορεία της ανθρωπότητας στα νεώτερα χρόνια - όταν διάφορα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα αποδυναμώνουν το ρόλο της Εκκλησίας στη διαμόρφωση της συλλογικής δομής σκέψης - σηματοδοτείται από τη τάση αυτοειδωλοποίησης του υποκειμένου. Η ιστορία των αιώνων αυτών είναι μια μανιώδης ορμή άρνησης οποιασδήποτε έννοιας ασκητικής. O άνθρωπος βάδισε όλα αυτά τα χρόνια την πορεία της ολοένα μεγαλύτερης πρακτικής διευκόλυνσής του. Ακόμα και η επιστήμη στα νεώτερα χρόνια απέκτησε υφή τραγικά εγωκεντρική απέναντι στη φύση και το περιβάλλον.

Στη σύγχρονη εποχή, η ατομοκεντρική δομή των κοινωνιών γεννήθηκε από αυτή την εγωκεντρική στροφή του πολιτισμού των νεωτέρων χρόνων. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κοινωνιολόγος ή αναλυτής κοινωνικοπολιτικών συστημάτων για να διαπιστώσει πως σήμερα κάθε έννοια ηθικής βασισμένη στη συλλογικότητα και κοινωνικότητα του ανθρώπου, είναι σχεδόν ολοκληρωτικά αφανισμένη (9). Η ασκητική ως βάση του πολιτισμού - όχι μόνο του χριστιανικού - έχει στις μέρες μας θυσιαστεί στο βωμό της τάσης για μεγαλύτερη ικανοποίηση της (οποιασδήποτε) επιθυμίας του ανθρώπου.

Σκοπός μου με όλα αυτά, δεν είναι η μεμψιμοιρία ή το πατερναλιστικό κούνημα του δείκτη του χεριού για το «κατάντημα» της κοινωνίας. Αυτό που σκοπεύω να καταδείξω είναι το κλίμα στο οποίο ζει σήμερα η Εκκλησία και να περιγράψω την αιτία που ωθεί μια σημαντική μερίδα του εκκλησιαστικού σώματος προς την «εκκοσμίκευση».

Το δράμα της εκκοσμίκευσης

«Εκκοσμίκευση» σημαίνει τη στροφή του σώματος της Εκκλησίας στον τρόπο λειτουργίας του κόσμου. «Τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν» (Ιωαν. 14,17), είναι που η εκκοσμίκευση αποστρέφεται, προκειμένου να συμβιβάσει την αλήθεια της Εκκλησίας με τη ζωή του κόσμου της φθοράς και της πτώσης. Και στην πραγματικότητα, αυτή η προσπάθεια συμβιβασμού συνιστά άρνηση του πνεύματος της Εκκλησίας και της αληθείας της.

Έχω την αίσθηση πως μια σημαντική έκφανση της εκκοσμίκευσης στις μέρες μας είναι η τάση απόρριψης της ασκητικής. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν τις καθορισμένες από την Παράδοση νηστείες υπερβολικές, τις ακολουθίες μεγάλες και ακόμα και την ορθρινή συμμετοχή στην Κυριακάτικη λειτουργία επώδυνη. Η αίσθηση της αυτόβουλης παραίτησης από τις εμπαθείς εγωιστικές ροπές και η συνείδηση της ασκητικής αυτοταπείνωσης ως προϋπόθεσης για την εγκόλπωση της Χάρης, στις μέρες μας παραγκωνίζονται σημαντικά.

Και βλέπει κανείς εύκολα πως έχει εκλείψει η θεολογική κατανόηση του χαρακτήρα της Εκκλησίας, η οποία δεν επιβάλλει τυραννικά μέτρα και προϋποθέσεις αξιομισθίας στους «οπαδούς» της, αλλά προτείνει ένα τρόπο ζωής στηριγμένο στην άσκηση και τη νήψη, με μοναδικό στόχο τη συνάντηση με τον Ένα, το Σωτήρα Χριστό. Και η νηπτική πορεία που η Παράδοση παραδίδει δεν συνίσταται από μέτρα απόλυτα και «συνταγές εξασφαλισμένων αποτελεσμάτων», αλλά από προτάσεις ασκητικής που ο καθένας, ανάλογα με τις δυνάμεις του, τηρεί χαλαρότερα ή αυστηρότερα.

Η εκκοσμίκευση ως άρνηση της άρνησης του κόσμου και ως άλωση της ασκητικής της Εκκλησίας είναι ένα μεγάλο δράμα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας. Κι αυτό, γιατί σημαίνει την αλλοτρίωση και στρέβλωση του ρόλου της Εκκλησίας, που δεν είναι άλλος από το να καλλιεργήσει στις καρδιές των πιστών, πέρα από συναισθηματικές φορτίσεις, την απαλλαγή από τα πάθη, και να τους καταστήσει ικανούς για τη ζωοποιό σχέση με το Θεό. Τη συνάντηση με το Σωτήρα, το απάντημα της Χάρης είναι που ματαιώνει η εκκοσμίκευση, γι' αυτό και όσοι συνειδητά την αρνούνται δεν γνωρίζουν απλώς και μόνο μιαν αλήθεια. Μυούνται, πρωτίστως, στη Ζωή!

Βασίλης Αργυριάδης
θεολόγος

Παραπομπές:

1. Σ' αυτή τη δυνατότητα αμεσότερης σχέσης με το Θεό αναφέρεται και ο Μ. Αθανάσιος τονίζοντας ότι "άνθρωποι γαρ παρά ανθρώπων εγγύτερο δύνανται μαθειν περί των κρειττόνων" (Μ. Αθανασίου, Περί ενανθρωπίσεως του Λόγου, ΒΕΠΕΣ 30, σελ. 84).

2. Γεωργίου Πατρώνου, Θεολογία και Oρθόδοξο Bίωμα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1994, σελ. 54.

3. Βλ. Κ.Π.Παπαπέτρου, Η Oρθόδοξος απολογητική εις την εποχή μας, Αθήνα 1971.

4. O Ζήσιμος Λορεντζάτος, σε μία από τις μελέτες του με τίτλο «Oι Ρωμιές», χαρακτηρίζει την Παράδοση ως «μια δύναμη που συμβαδίζει με τη ζωή και που η ζωή (στην ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της», καταλήγοντας με τα εξής : «εσύ νιότη, αν είσαι αληθινά ζωντανή , κάνεις τα έργα της παράδοσης να μην πεθαίνουν (...). Κάθε νιόκοπη γενιά, αν δε φυσήξει στο κάρβουνο της παράδοσης να το κάνει να κοκκινίσει , κάλλιο να την κλαις. Είναι γενιά νεκρή και τα γεννήματά της κοιλάρφανα. Αυτό που λέμε πρωτοποριακό δεν υπάρχει, είναι ένα τίποτα. Oι πρώτοι γίνονται έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι. Όλα είναι παράδοση, δηλαδή ζωή στην ανώτερη φάση της : ζωή και παράδοση ταυτόσημες» (Ζήσιμου Λορεντζάτου, Μελέτες, τόμος πρώτος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1994, σελ. 328-329).

5. Βλ. Νικ. Ε.. Μητσοπούλου, Παράδοσης Ιερά, στη Θ.Η.Ε., 10 (1966), στ.24. και Nikos A. Nissiotis, The Unity of Scripture and Tradition, στο περ. The Greek Orthodox Theological Review, 11 (1956-1966), σελ. 185.

6. «Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως η πρώτη ονομασία που δόθηκε σε ό,τι σήμερα ονομάζουμε δόγμα ήταν όρος, δηλαδή όριο, σύνορο της αλήθειας. Τα σημερινά «δόγματα» είναι οι όροι των Oικουμενικών Συνόδων - οι θεωρητικές εκείνες αποφάσεις που διατυπώνουν την αλήθεια της Εκκλησίας, βάζοντας ένα όριο ανάμεσα σε αυτήν την αλήθεια και στην παραφθορά της από την αίρεση» (Χρήστου Γιανναρά, Αλφαβητάρι της πίστης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1996, σελ. 32).

7. Βέβαια αξίζει να σημειωθεί πως, τελικά, και η προσπάθεια για κατανίκηση του ιδίου θελήματος είναι, και αυτή, ίδιον θέλημα (βλ. ενδεικτικά, Κωννου Παπαπέτρου, Η ιδιοτροπία ως πρόβλημα οντολογικής ηθικής, Αθήναι 1973, σελ. 89-94). Εν πάση περιπτώσει όμως, όταν γίνεται λόγος για ίδιον θέλημα, επιθυμία του εγώ, εννοείται αυτό που η φιλοκαλλική εμπειρία παραδίδει ως «επιθυμία αποσπασμένη από το λόγο» «επιθυμία που γεννά ηδονή και δεν επιτρέπει στην ψυχή να σωθεί ή να ενωθεί με το Θεό». (Αγίου Αντωνίου, Συμβουλές για το ήθος των ανθρώπων και την ενάρετη ζωή, Φιλοκαλία, τόμος Α', εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, σελ. 37).

8. «Πρωτοτυπία είναι να μένεις πιστός στους πρώτους τύπους, στα αιώνια πρότυπα, να σβήνεις την ιδίαν φρόνησιν μπροστά στον ξυνόν λόγον (Ηράκλειτος), με παράλληλα λόγια, να χάνεις την ψυχή σου αν θέλεις να τη βρεις, και όχι να προβάλλεις την ιδιορρυθμία σου ή να κάνεις του κεφαλιού σου». (Ζήσιμου Λορεντζάτου, ο.π., Αθήνα 1994, σελ. 247 ).

9. «O κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος του σημερινού πολιτισμού είναι μεμονωμένο άτομο (ή "υπόλειμμα" ατόμου) και έχει, επομένως τελείως διαφορετική λογική (ανάγκες και συμφέροντα) από αυτά του ανθρωπίνου είδους, της ανθρωπότητας. Δεν είναι καθολικότητα, υπόσταση του συνόλου της ανθρώπινης φύσης (δηλαδή αυτό που η εκκλησιαστική θέσμιση ονομάζει πρόσωπο), ώστε να διέπεται και από τη λογική της αυτοσυντήρησης του είδους. (...). Το καλό του ανθρωπίνου είδους δεν έχει, λοιπόν, υποκειμενικό φορέα, οπότε και οι εκκλήσεις στη λογική και την ηθική του στερούνται αποδέκτη». (Θεοδώρου Ι. Ζιάκα, Η έκλειψη του υποκειμένου - η κρίση της νεωτερικότητας και η ελληνική παράδοση, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1996, σελ. 78).