Το «πρωτείο» του Πάπα

 

 

«Πέτρος ἀδελφός ἐν ἀδελφοῖς, τουτέστιν οὐ κεφαλή οὐδέ πατήρ· τοῦτο γάρ Χριστός» (Μελέτιος Πηγάς)

 ΤΟ «ΠΡΩΤΕΙΟ» ΤΟΥ ΠΑΠΑ


Όπως είναι γνωστό, το παπικό πρωτείο, αφορμή σοβαρών αντιθέσεων και διαιρέσεων μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, αποτελεί δόγμα πίστεως για τους Καθολικούς βασικής σημασίας και σπουδαιότητας, «χωρίς το οποίο η Καθολική Εκκλησία δεν είναι πλέον καθολική», όπως αναφέρουν οι ίδιοι.

Σύμφωνα με την διδασκαλία των Ρωμαιοκαθολικών κάθε επίσκοπος λαμβάνει αμέσως από τον Πάπα την ποιμαντική του εξουσία. Και όπως αναφέρει ο Πάπας Πίος ο 12οςMystici corporis (1943): «όσον αφορά στην δική του επισκοπή, κάθε επίσκοπος ποιμένει και κυβερνά εν ονόματι του Χριστού ως αληθινός ποιμένας το ποίμνιό του. Όμως στην εργασία τους αυτή οι επίσκοποι δεν είναι εξ ολοκλήρου sui juris (αυτοδικαίως), αλλά βρίσκονται υποταγμένοι στην εξουσία του Ποντίφηκα της Ρώμης, εφόσον ασκού εξουσία δικαιοδοσίας, η οποία απορρέει σ’ αυτούς αμέσως από τον Πάπα». στην εγκύκλιό του

Τις αξιώσεις του αυτές στηρίζει ο Πάπας στο πρωτείο του αποστόλου Πέτρου, που το μεταβίβασε δήθεν κληρονομικώς σε όλους τους διαδόχους του στο θρόνο της Ρώμης. Φυσικά πρόκειται για διδασκαλία αυθαίρετη, πολύ μεταγενέστερη, που δεν έχει ούτε αγιογραφικά, ούτε άλλα ερείσματα.

Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς των Καθολικών.

Ο Χριστός, σύμφωνα με τους Ρωμαιοκαθολικούς, εγκατέστησε τον Άγιο Πέτρο ηγεμόνα όλων των Αποστόλων και ορατή κεφαλή όλης της Εκκλησίας και μόνο σ’ αυτόν έδωσε το πρωτείο της εξουσίας. Επομένως, σύμφωνα με την εντολή του Χριστού, ο Πέτρος πρέπει να έχει συνεχώς διαδόχους στο πρωτείο σε όλη την Εκκλησία και διάδοχοι του Πέτρου είναι οι επίσκοποι της Ρώμης.

Τις αυθαίρετες αυτές αξιώσεις οι επίσκοποι της Ρώμης άρχισαν σιγά-σιγά να τις καλλιεργούν και να τις επαυξάνουν έως ότου καταλήξουν και στο παπικό αλάθητο. Έτσι απέκτησαν κυρίαρχη εξουσία σε όλους τους επισκόπους της δυτικής Εκκλησίας.

Τα ερωτήματα εδώ είναι: Έλαβε πράγματι ο απόστολος Πέτρος από τον Κύριο πρωτείο εξουσίας; Και δεύτερο: Το κληροδότησε στους επισκόπους της Ρώμης; Τι διδάσκει πάνω σ’ αυτά η Αγία Γραφή και η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας;

Το ότι ο απόστολος Πέτρος δεν έλαβε από τον Κύριο ούτε άσκησε πρωτείο εξουσίας πάνω στους άλλους Αποστόλους φαίνεται ξεκάθαρα σε πολλές περιπτώσεις της Καινής Διαθήκης. Όλοι οι Απόστολοι κλήθηκαν από τον Κύριο και όλοι έλαβαν τα ίδια χαρίσματα και προνόμια και δικαιώματα. Όλοι οι Απόστολοι έλαβαν την ίδια εξουσία του δεσμεῖν και λύειν τις αμαρτίες.

Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας: «Πέτρος και Ιωάννης, ἰσότιμοι ἀλλήλοις, καθό ἀπόστολοι και ἅγιοι μαθηταί». «Καί ναί μέν ὁ Πέτρος κατεῖχε διακεκριμένης και πρωτεύουσαν τινα θέσιν μετά τοῦ Ιωάννου καί τοῦ Ιακώβου ἐν μέσῳ τῶν λοιπῶν Αποστόλων, διό καί ἐλάμβανε συνήθως τόν λόγον ἐκ μέρους αὐτῶν, ὡς και διαφόρους πρωτοβουλίας, ἀλλ’ ὅμως ἐνήργει οὐχί ἄνευ τῆς γνώμης τῶν ἄλλων Αποστόλων, ἀλλά «σὺν τοῖς ἕνδεκα», οἵτινες ἦσαν παρόντες και «συν»-διοικοῦντες την Αποστολικήν Εκλλησίαν (Πράξ. β΄ 14, ε΄ 29).

Στις κοινές αποφάσεις των Αποστόλων υπερτάσσετο και ο Πέτρος, όπως για παράδειγμα στις Πράξεις των Αποστόλων (η΄ 14) όπου: «οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις ἀπόστολοι ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς αὐτοὺς τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην·». Επίσης στις αποφάσεις της Αποστολικής Συνόδου, όπως χαρακτηρίζονται στις Πράξεις (ιστ΄ 4) ως «παρεδίδουν αὐτοῖς φυλάσσειν τὰ δόγματα τὰ κεκριμένα ὑπὸ τῶν ἀποστόλων καὶ πρεσβυτέρων», και όχι βεβαίως υπό μόνου του Πέτρου. (Ιω. Καρμίρης).

Παρ’ όλα αυτά οι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι προσπαθούν να στηρίξουν το πρωτείο του αποστόλου Πέτρου σε μερικά χωρία της Καινής Διαθήκης, τα οποία όμως έχουν διαφορετική έννοια.

Το σπουδαιότερο από αυτά είναι το εξής: «Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ' ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 16: 15-19).

Αλλά οι λόγοι αυτοί δεν σημαίνουν ότι ο Πέτρος θα ήταν ο θεμέλιος πάνω στον οποίο θα θεμελιωνόταν η Εκκλησία του Χριστού. Αυτό είναι φανερό από όλη τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής. Ειδικότερα είναι γνωστή η διακήρυξη του αποστόλου Παύλου: «θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός» (Α΄ Κορινθ. 3: 11).

Η φράση «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ» σημαίνει κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «τη πίστει της ομολογίας». Και προσθέτει: «Ο γαρ την Εκκλησίας επί τη ομολογία αυτου οικοδομήσας και ούτω τειχίσας αυτήν, ως μυρίους κινδύνους και θανάτους αυτης μη περιγενέσθαι». Άρα ο Κύριος όχι «επί τω Πέτρω, ούτε επί τω ανθρώπω, αλλ’ επί την πίστην την εαυτου την Εκκλησίαν ωκοδόμησεν». Για τον ιερό Χρυσόστομο, λοιπόν, γνήσιο εκφραστή της εκκλησιαστικής παραδόσεως, η Εκκλησία οικοδομήθηκε όχι στον απόστολο Πέτρο, αλλά στον βράχο της πίστης, στον ίδιο τον Χριστό.

Με την ίδια σαφήνεια σχολιάζει και ο Θεοφύλακτος: «Αύτη η ομολογία, ην ωμολόγησεν ο Πέτρος θεμέλιον μέλλει είναι των πιστευόντων, ώστε πάντα άνθρωπον μέλλοντα κτίζειν τον της πίστεως οίκον, ταύτην την ομολογίαν υποτίθεται θεμέλιον». Όποιος, λοιπόν, θέλει να κτίσει τον οίκο της πίστεως, αυτή την ομολογία τοποθετεί ως θεμέλιο. Διότι «ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός» (Α΄ Κορινθ. 10: 4) και μόνο ο Χριστός.

Πρωτείο Τιμής

Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας δεν υπάρχει για τους επισκόπους πρωτείο εξουσίας παρά μόνο πρωτείο τιμής. Γι’ αυτό και απορρίπτονται από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι αξιώσεις των Ρωμαιοκαθολικών περί πρωτείου του Πάπα.

Χαρακτηριστική είναι και η διατύπωση του αγίου Ιερωνύμου και έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς γιατί προέρχεται από επίσκοπο της Δύσεως. Πρόκειται για μαρτυρία που απηχεί τη γνώμη της πρώτης, αλλά και της μετέπειτα Εκκλησίας: «οπουδήποτε και αν βρίσκονται οι επίσκοποι, είτε στη Ρώμη είτε στην Κωνσταντινούπολη, είτε στο Ρήγιο είτε στην Αλεξάνδρεια, την ίδια αξία έχουν και την ίδια ιερωσύνη… Όλοι είναι διάδοχοι των Αποστόλων».

 

Με την ίδια σαφήνεια διατυπώνονται οι θέσεις αυτές και στα μεταγενέστερα εκκλησιαστικά κείμενα. Διαβάζουμε στην Ομολογία του Κριτόπουλου σχετικά με την ισότητα των τεσσάρων Πατριαρχών και γενικώς των επισκόπων: «Έστι και ισότης μεταξύ των τεσσάρων Πατριαρχών… Ουδείς γαρ τούτων κατεπείρεται (υπερηφανεύεται) των άλλων… Ουδέποτε γαρ ηκούσθη παρά τη Καθολική Εκκλησία άνθρωπον θνητόν και μυρίαις αμαρτίαις ένοχον, κεφαλήν λέγεσθαι της Εκκλησίας… Ταύτα, ουν ειδότες οι αγιώτατοι και μακαριώτατοι τέσσαρες Πατριάρχαι της καθ’ όλου Εκκλησίας, οι των Αποστόλων διάδοχοι και της αληθείας υπέρμαχοι ουδένα θέλουσι καθ’ όλου καφαλήν ονομάζειν, αρκούμενοι τη ρηθείση τεθεωμένη και παντοδυνάμω καφαλή τη εν δεξιά του Πατρός καθημένη και πάντα εποπτευούση. Αυτοί δε ομοτίμως διάγουσι καθ’ εαυτούς εν πάσι. Πλην γαρ της καθέδρας ουδεμία τις άλλη διαφορά εστι μεταξύ τούτων…»

Και ο Μελέτιος Πηγάς επιγραμματικά προσθέτει: «Πέτρος αδελφός εν αδελφοίς, τουτέστιν ου κεφαλή ουδέ πατήρ· τούτο γαρ Χριστός».

Κανένας, λοιπόν, απολύτως, επίσκοπος δεν είναι αποκλειστικός φορέας της εκκλησιαστικής εξουσίας και κανένας δεν μπορεί να προβάλλει ως η ανώτατη αρχή στην Εκκλησία. «Ανωτέρα αρχή εν πάση κατά τόπους Εκκλησία είναι η υπό του συνόλου των επισκόπων αυτής συγκροτουμένη σύνοδος. Ανωτάτη δε αρχή της καθόλου Εκκλησίας είναι η Οικουμενική Σύνοδος, ήτις ως όργανον διατυπώσεως και αποσαφήσεως της ευαγγελικής αληθείας αποφαίνεται μεν εν Πνεύματι Αγίω και αλαθήτως, δεν εισάγει όμως νέα στοιχεία εις την υπό των Αποστόλων παραδεδομένην παρακαταθήκην της θείας Αποκαλύψεως, αλλά μόνον ερμηνεύσει και καθορίζει ταύτην ασφαλώς και ακατακρίτως» (Π. Τρεμπέλας).

Δυστυχώς αυτό που ούτε οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν ετόλμησαν, να καινοτομήσουν δηλαδή να καθιερώσουν δόγματα άγνωστα στην πρώτη Εκκλησία, το πραγματοποίησε αυθαιρέτως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Στα σοβαρά αυτά λάθη δεν υπέπεσε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ακολούθησε το λεγόμενο επισκοπικοσυνοδικό πολίτευμα που στηρίζεται και εμπνέεται από δημοκρατικές αρχές. Οι επίσκοποι ως διάδοχοι των Αποστόλων συγκροτούν τις Συνόδους και διοικούν με ενότητα και υπευθυνότητα συλλογικώς την Εκκλησία, αλλά και ο καθένας χωριστά διοικεί την επαρχία του, διδάσκει και αγιάζει με τα μυστήρια το ποίμνιό του.

Ο αείμνηστος καθηγητής Ι. Καρμίρης γράφει χαρακτηριστικά: «Η αρχαία Εκκλησία απέκτησεν ήδη περί το τέλος του αποστολικού αιώνος επισκοπικόν πολίτευμα θείας προελεύσεως και επισκοπικοσυνοδικήν δομήν και διοργάνωσιν, δηλαδή δομήν συλλογικήν και ουχί μοναρχικήν, σύμφωνον προς το πνεύμα της Αγίας Γραφής. Ταύτην δε διετήρησεν η Ορθόδοξος Εκκλησία μέχρι σήμερον, φέρουσα χαρακτήρα εν πολλοίς δημοκρατικόν, ως εκ της υφισταμένης ισότητας των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών προς αλλήλας, των επισκόπων προς αλλήλους και πάντων των κληρικών προς τους λαϊκούς, ως μελών του σώματος του Χριστού, έτι δε και της συμμετοχής και λαϊκών εις την τριπλήν διακονίαν της Εκκλησίας, ήτοι την διδακτικήν, λατρευτικήν, και διοικητικήν-κοινωνικήν, εν αγαστή μετά κληρικών συνεργασία».

Επιπλέον «το ευρύ δημοκρατικόν πνεύμα της Εκκλησίας καταφαίνεται εκ του γεγονότος, ότι ακόμη και αι αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου, η οποία, συγκροτουμένη παρά των την υψίστην εν τω εκκλησιαστικώ οργανισμώ κατεχόντων εξουσίαν επισκόπων, αποτελεί την ανωτάτην εκκλησιαστικήν αρχήν εν τη Ελληνική Ορθοδόξω Εκκλησία, είναι υποχρεωτικαί δια την Εκκλησίαν μόνον όταν η καλουμένη εκκλησιαστική συνείδησις, τουτέστιν κλήρος και λαός, αποφανθή ομοφώνως περί του κύρους και της αξίας των αποφάσεων τούτων». (Α. Αλεβιζάτος).

Οι τίτλοι, λοιπόν, τιμής δεν δημιουργούν υπερεπισκόπους-μονάρχες, που καταργούν το δημοκρατικό πολίτευμα της Εκκλησίας.