Ο Αλέξανδρος Γκιάλας, γράφει για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη...

«Στις 3 Ιανουαρίου του 1911παρέδωσε το πνεύμα του στον Πλάστη ο μεγαλύτερος πεζογράφος της νεωτέρας Ελλάδος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Σεμνά, καθώς σε όλη του τη ζωή, αθόρυβα, γαλήνια, μακρυά από του κόσμου την τύρβη και τις συμβατικές τιμές, εκεί στο απόμερο αγαπημένο του νησάκι, τη χιλιοτραγουδημένη Σκίαθο, έκλεισε τα μάτια του στο φως του κόσμου τούτου, ο μεγάλος οραματιστής των φωτεινών άϋλων κόσμων.

Συμπληρώνονται τώρα τριάντα χρόνια από τη μέρα του θανάτου του. Τα μεγάλα γεγονότα, οι εξαιρετικές ιστορικές στιγμές που περνάει το Έθνος μας, έχουν απορροφήσει, δίκαια και σωστά, την προσοχή όλων, κι η επέτειος αυτή δεν είναι βέβαια δυνατό ν’ απασχολήσει όσο θ’ άξιζε τον πνευματικό κόσμο του τόπου. Αλλά η παράλειψη αυτή – δικαιολογημένη πέρα για πέρα, επαναλαμβάνω – δεν πρόκειται, άλλωστε, να ζημιώση σε τίποτα. Πρώτα πρώτα, στην ψυχή που δεν είχε κυνηγήσει ποτέ των ανθρώπων τη δόξα, στην ψυχή που ποθούσε να μένει όσο το δυνατό περισσότερο λησμονημένη ανάμεσα στους αγαπημένους της κύκλους των μικρών και των ταπεινών, η δημιουργία θορύβου γύρω της δεν είν’ εκείνο που πολύ θα την εχαροποιούσε. Είναι γνωστό άλλωστε, πως κι η απόπειρα ν’ αποδοθούν στον Παπαδιαμάντη τιμές κι’ όσο ζούσε, μια μόνη αντί δραση συνάντησε, μέσα στις χίλιες επιδοκιμασίες: την αντίδραση της σεμνής του μετριοφροσύνης. Από τη φιλολογική γιορτή που οργάνωσε στον ≪Παρνασσό≫ προς τιμή του Παπαδιαμάντη η πριγκίπισσα Μαρία, ο μόνος απ’ τους ανθρώπους των γραμμάτων που δεν θέλησε να παραστεί ήταν ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης !

Δεν πρόκειται όμως κυρίως γι’ αυτό. Στα τελευταία, η τιμή προς τις αξίες και προς εκείνους που τις αντιπροσωπεύουν, είναι πρωταρχικό αίτημα για ένα λαό προχωρημένο, και δεν θα τον εμποδίσουν στην εκπλήρωση της οι εκδηλώσεις μετριοφροσύνης, που είναι άλλωστε κοινό χαρακτηριστικό των αληθινά μεγάλων. Εκείνο προπάντων που ήθελα να τονίσω είναι τούτο. Αν για πολλές προσωπικότητες που διακρίθηκαν κάπως στα γράμματα ή στις επιστήμες, είναι κάτι το απαραίτητο μια κάποια επέτειος που θα δώση αφορμή να γίνη λόγος γύρω απ’ τ’ όνομά τους, ο Παπαδιαμάντης όμως ανήκει στις μορφές εκείνες, που το κύρος κι’ η δόξα τους δεν έχουν καν ανάγκη από τέτοιες ευκαιρίες.

Είναι γεγονός, πως ο Παπαδιαμάντης μετά το θάνατό του απησχόλησε πολύ περισσότερο τους πνευματικούς ανθρώπους του τόπου μας, παρ’ όσον όταν ζούσε. Ακόμη όμως πιο σημαντική είναι η διαπίστωση ότι η κίνηση γύρω από την προσωπικότητα και το έργο του Παπαδιαμάντη έχει ενταθή περισσότερο την τελευταία δεκαετία, παίρνοντας ολοένα και μεγαλύτερη έκταση με το πέρασμα του χρόνου.

Δεν πρόκειται να κάμω τώρα κριτική των ερευνών αυτών. Εκείνο που θέλω να σημειώσω ξεχωριστά, είναι ότι, όλες οι μελέτες κι’ οι κριτικές, συντομώτερες ή εκτενέστερες, από το άρθρο μέχρι τον τόμο, οι αφιερωμένες στον Παπαδιαμάντη, από οποιεσδήποτε κριτικές προϋποθέσεις κι’ αν ξεκινάνε και μ’ οποιοδήποτε πρίσμα κι’ αν τον μελετούν, όλες συναντώνται σ’ ένα σημείο και σε μια τάση. Στο να υψώνουν ολοένα και περισσότερο τη θέση του μέσα στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Και πρέπει να τονίσει κανείς, ότι στην περίπτωση αυτή τα συμπεράσματα της επίσημης, ας πούμε, κριτικής συναπαντιούνται με την πεποίθηση του πλατιού κοινού. Γι’ αυτό ο Παπαδιαμάντης εξακολουθεί πάντα να ’ναι ο προσφιλής διηγηματογράφος, σε σημείο που κάθε έκδοση βιβλίων του να εξαντλήται γρήγορα, και νάναι σήμερα πολύ αισθητή η ανάγκη μια καινούργιας εκδόσεως όλων των έργων του.

Έτσι ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος έχει μπή στη γραμμή των ανθρώπων, που το έργο τους αποτελεί κεφάλαιο για την πνευματική κληρονομιά του τόπου. Πού όμως οφείλεται αυτό; Μίλησαν πολλοί για πολλά. Άλλοι ετόνισαν την ποιητική διάθεση του συγγραφέως. Άλλοι μίλησαν για τον «μεσογειακό» Παπαδιαμάντη. Άλλοι για την ψυχολογική του ικανότητα. Όλ’ αυτά, βέβαια, κάτι θέλουν να πουν, μα δεν είναι η εξήγηση που θα ικανοποιήση. Πρέπει ν’ ανατρέξη κανείς πιο πέρα, πιο βαθειά. Δεν ζουν, δεν αντέχουν, παρά μόνο τα έργα που έχουν πραγματική μέσα τους ζωή. Έργα συνταυτισμένα με τις αιώνιες κι’ ακατάλυτες αλήθειες, κατέχουν πάντα το σπέρμα της διαρκείας. Υψώνουνται πάνω απ’το χρόνο και τη φθορά. Ξεπερνούν τα σύνορα της γενιάς και της εποχής όπου πρωτοφανερώθηκαν. Και τέτοιο είναι το έργο του Παπαδιαμάντη. Έργο ταυτισμένο με την αλήθεια. Έργο που δεν ενόμισε προσόν την παραγνώριση της χριστιανικής πραγματικότητος. Ο δημιουργός του έσκυψε με στοργή πάνω απ’ την ψυχή του λαού μας, τη μεγάλη ψυχή, που αισθάνεται και σκέπτεται γνήσια και καθαρά, γιατί βρίσκεται πιο κοντά στις διαυγείς πηγές της. Είδε την ψυχή αυτή, με τη θρησκευτικότητά της, με την πίστη της, την πίστη εκείνη που θαυματουργεί σήμερα και τραβά το θαυμασμό και τα έκπληκτα βλέμματα του κόσμου.

Την είδε έτσι από κοντά τη λαϊκή ελληνική ψυχή, και την ένοιωσε. Την ένοιωσε βαθειά, πολύ βαθειά, γιατί η δική του ψυχή ήταν αδελφή της. Έτσι έπαλλε κι’ η δική του ψυχή. Τον ίδιο ρυθμό, τους ίδιους πόθους είχε, τις ίδιες συγκινήσεις. Και την ίδια πίστη. Ο Παπαδιαμάντης επίστευε. Ήταν ο χριστιανός της εποχής του. Είχε την πίστη την άδολη και την αγνή, την ολοπρόθυμη, αλλά και δημιουργική. Την πίστη που καταυγάζει το πνεύμα, φτερώνει την ψυχή, αγνίζει την συνείδηση, δίνει νόημα στην ύπαρξη και παρέχει το χαρμόσυνο συναίσθημα της ολοκληρωμένης ατομικότητος και της πληρότητος της ζωής.

Ένα μεγάλο κομμάτι από την πίστη αυτή έχει μεταγγίσει και μέσα στο έργο του ο Αλέξανδρος Παπα διαμάντης. Πώς λοιπόν να μη ζή ένα τέτοιο έργο;».

 

                                                                                                                                                                                                                                                                                           Γ.Βερίτης

 

Επιμέλεια
Χαράλαμπος Χωραϊτης
Πτυχ. Θεολογικής Σχολής Αθηνών